παρα-κείμενα

Σάββατο, Φεβρουαρίου 22, 2014

237 ~ διάλογοι, iii




ΜΙΚΡΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
5

«Ήρθες απόψε; Δεν σε βλέπω - »
«Πλάι σου είμαι και σε σκέπω,

πλασμένη απ' όλες τις αγάπες
που πίστεψες - όπως μου τα 'πες'

δεν έχεις λόγο να φοβάσαι».
«Κι όμως φοβάμαι' ξέρω, θα 'σαι

ίσκιος χαράς για μένα πάντα,
σαν αεράκι στη βεράντα

τα καλοκαίρια σαν δροσιά - »
«Η τελευταία μοιρασιά

του κόσμου θα με βρει μαζί σου,
φως απ' το φόβο σου - κοιμήσου'

κρυφά μιλούν με τον αέρα
τα φύλλα κι έφεξε η μέρα».

Διονύσης Καψάλης
-Ποίηση, τχ. 22-


ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ

- Γιατί βασιλοπούλα μου,
μ' αφήνετε απ' το κρύο να πεθάνω;
O βασιλιάς κοιμάται, θα μπορούσα,
σχεδόν, ένα τραγούδι να σας πω,
τι δε θα μ' άκουγε! Αχ, δεχθήτε ν' ανεβώ
επάνω στο μπαλκόνι!
- Είναι, καλέ μου φίλε, από χαρτόνι,
το λέω και πάλι,
δε θ' άντεχε το βάρος μας! Θέλετε να πεθάνω
χωρίς κεφάλι;
- Μικρή βασιλοπούλα μου, αχ λύστε τα μακριά
και χρυσαφένια σας μαλλιά!
- Δε βλέπετε, ποιητή
πως είναι τα μαλλιά μου από στουπί;
- Αχ, με συγχωρείτε!
- Σας συγχωρώ.
- Έτσι;
- Έτσι...;
- Δε θέλετε ούτε λέξη να μου πείτε,
θα πεθάνω...
-Μα τι λέτε; μόνο γι αυτόν
το λόγο;
- Με ειρωνεύεστε... αντίο λοιπόν!
- Νομίζετε;
- Αχ, οφείλω
να σας ρωτήσω μήπως νοσταλγείτε
την τελευταία μας συνάντηση στο χαρτονένιο δάσος.
- Εγώ δεν τη θυμάμαι,
αγάπη μου γλυκιά... Σταθήτε...
Φεύγετε... Για πάντα; Αχ πόσο
να κλάψω ήθελα. Μα τι μπορώ να κάνω
που είναι η καρδούλα μου
από ξύλο;

Sergio Corazzini
*μτφ: Κάρολος Τσίζεκ - Μαρία Καραγιάννη
-Ο σαλτιμπάγκος της ψυχής μου-


ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας άντρας και μια γυναίκα. Είπε ο άντρας στη γυναίκα: «Μα γιατί είσαι ερωτευμένη μαζί μου; Είναι βλακεία αυτό που κάνεις». Η γυναίκα τού απάντησε τότε: «Ναι, μπορεί και να 'ναι βλακεία, εσύ όμως που είσαι έξυπνος τι έχεις να φοβηθείς από μια βλακεία;». Ο άνδρας τότε θύμωσε: «Δεν φοβάμαι καθόλου. Απλώς δεν θέλω να μ' αγαπάνε. Μου δίνει στα νεύρα». «Παράξενο», ανταπάντησε η γυναίκα, «εγώ που αγαπώ νιώθω λιγότερο βάρος από σένα που δεν αγαπάς. Εγώ, που υφίσταμαι αυτό το κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω, νιώθω, παρ' όλα αυτά, λιγότερο θύμα από σένα που αντιδράς αρνούμενος ακόμα και την ύπαρξή του».

Sibilla Aleramo
απόδοση: Θάνος Φωσκαρίνης
-Το Δέντρο, τχ. 189/190-


ΔΙΔΥΜΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

- Έτσι, για να πω πως σε κέρδισα
θα 'θελα μια φορά να σε πληγώσω
εσύ να μου ζητάς όσα σου στέρησα
και εγώ να μην μπορώ να σου τα δώσω

- Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω
τα λόγια σου σαν μάγισσα τα ξόρκισα
και άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω
και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα

- Έτσι για να πω πως σε κέρδισα
θα 'θελα μια φορά να σε πληγώσω
εσύ να τρέχεις πίσω μου σαν μέλισσα
και εγώ να κάνω τον αδιάφορο καμπόσο

- Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω
με ένα φιλί μου θα σ’ αλλάξω την τροχιά
κι όταν θα σκέφτεσαι το πώς θα υποφέρω
καινούργιο πόθο θα σ’ ανάβω στην καρδιά

Μάριος Τόκας / Κώστας Φασουλάς
- με τον Δημήτρη Μητροπάνο και την Αλέκα Κανελλίδου

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Πέμπτη, Μαΐου 17, 2012

202 ~ διάλογοι, ii


Doc Ross: Dialogue

Τώρα επιστρέφω στην ανάγκη να μιλήσουμε
όσο ποτέ, μακραίνοντας την τρυφερή αναμονή

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου


[ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΠΕ]

Ω γυναίκα εσύ ξέρεις
Πως το περισσότερο για το
οποίο
μπορούμε να ελπίζουμε
Είναι η αμαρτία


R.E.BROUGHTON

Κι αυτή είπε:
Να ξέρεις δεν αγαπάω τίποτα
που να μη με πληγώνει
και ο πόνος αρχίζει
όταν εγγίζουν οι αγαπημένοι και οι ενοχές τους

Κι εγώ είπα:
Απ' αυτούς που ισχυρίστηκαν
πως σ' αγάπησαν
σωστοί ήταν μόνο εκείνοι
που ήξεραν να έρχονται και να φεύγουν
την κατάλληλη στιγμή

Κι αυτή είπε:
Μπορώ να προβλέψω
θα συναντηθούμε

Κι εγώ είπα:
Θα είμαι ο πλοηγός
του μελλοντικού σου ψεύδους

Κι αυτή είπε:
Σ' ευχαριστώ που θα σε λεηλατήσω

Κι εγώ είπα:
Προσκυνώ το μεγαλείο της προδοσίας
της απάτης
της απάτης
της ένθεης.

Γιάννης Τόλιας
-Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι-
(συλλογή: Ονειρόδραμα)


[ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ]

Ω, πες μου, Νύχτα, εσύ, παλιά ερωμένη,
που μου φέρνεις το τέμπλο των ονείρων μου,
άδειο σαν πάντα κι έρημο, με μόνο
το φάντασμα μου μέσα,
τη φτωχή μου σκιά να θλίβεται
πάνω απ' τη στέπα, κάτω από τον πύρινο ήλιο
ή να νείρεται πίκρες
σ' όλων των μυστηρίων τις φωνές,
πες μου, παλιά ερωμένη, πες μου αν ξέρεις,
δικά μου αν είναι τα δάκρυα που χύνω.
Κι η Νύχτα μού αποκρίθη:
«Ποτέ δε μου 'χες πει το μυστικό σου.
Δεν ήξερα ποτέ μου, αγαπημένε,
αν είσ' εσύ τούτο το φάντασμα του ονείρου σου
κι αν η φωνή του ήταν δική σου
ή ήταν φωνή κάποιου γελοίου παλιάτσου».

Είπα στη Νύχτα «Ψεύτρα αγαπημένη,
ξέρεις το μυστικό μου'
έχεις δει τη βαθιά σπηλιά όπου φτιάχνει
τα κρύσταλλά του τ' όνειρό μου
και ξέρεις πως δικά μου είναι τα δάκρυα
και τον παλιό μου πόνο εσύ τον ξέρεις».

«Δεν ξέρω, αγαπημένε», μου 'πε η Νύχτα,
«το μυστικό σου δεν το ξέρω,
αν κι είδα αυτό το φάντασμα που λες
να πλανιέται μονάχο στ' όνειρό σου.
Κοντοζυγώνω τις ψυχές σαν κλαίνε
κι ακούω την προσευχή τους την κρυφή,
μοναχική και ταπεινή,
αυτήν που αληθινό ψαλμό ονομάζεις,
μα στους υπόγειους θόλους της ψυχής
δεν ξέρω αν εΐν' ηχώ ή φωνή το κλάμα.

Για ν' ακούσω τον πόνο από τα χείλη σου
στ' όνειρό σου σε γύρεψα
και σ' είδα να πλανιέσαι εκεί σ' έναν αβέβαιο
λαβύρινθο από κάτοπτρα».

Antonio Machado
*μτφ: Ηλίας Ματθαίου
-Ανθολογία Ισπανικής Ποίησης (ΧΙΙ-ΧΧ αιώνας)-


4. ΔΕΥΤΕΡΑ - Η ΤΡΥΠΑ

- Γεια σας... είμαι δημοσιογράφος, άνοιξε χαμογελαστά το στόμα του, μπορώ να περάσω;
- Περάστε, ορίστε, του απάντησε η Μαρία με κρύα καρδιά.
- Είστε δημοσιογράφος είπατε;
- Μάλιστα.
- Την ίδια δουλειά κάνουμε, καθείστε...
- Συνάδελφος;
- Όχι ακριβώς...
- Δηλαδή;
- Εγώ είμαι η κόρη του Πρίγκιπα, η «πόρνη» αν δεν σας έχουν πληροφορήσει ακόμα εδώ στο Δαφνί.

Μήτσος Κασόλας
-Ο πρίγκηπας-


ΤΕΡΑΤΑΚΙΑ ΤΣΕΠΗΣ

- Στα τριάντα σου δεν κρατιόσουνα
για άνετος μου περνιόσουνα
τώρα στα σαρανταπέντε
πατριάρχης το 'χεις δει.
Ούτε ειλικρινής, ούτε ανθρωπιστής
σαν ξοφλημένος αγωνιστής
που φοβάται το παιχνίδι
και το παίζει δικαστής

- Τερατάκι της τσέπης
καθρεφτάκι της λύπης
κάποτε ήμουν χίπης
και φρικιό και αντιεξουσιαστής

- Τι καρνάβαλος, τι κανίβαλος
εγώ ο δικός σου αντίλαλος
πώς θα γίνω σχεδιάζεις
μ' απ' τη μύτη θα σου βγει.
Πού το πάω εγώ, τι ζητάς εσύ
αν δεις σωστά την απόσταση
δεν θα έχεις στο τσεπάκι
έτοιμη τη συνταγή

- Μα τι λες βρε μεγάλε
πόσο μού 'μοιασες σ' όλα
παικταρά παρ' τα μου όλα
άσε κάτι για τον ψυχαναλυτή


- Γι' αυτό μη μιλάς και μη μου κολλάς
για να το παίζεις χαζομπαμπάς
αν ζητάς κολλητιλίκια
μάθε να μη μου τη σπας,

Angelo Branduardi / Ισαάκ Σούσης
-με την Παιδική Χορωδία Σπύρου Λάμπρου και τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα
(
Vanità di Vanità)

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Σάββατο, Ιανουαρίου 12, 2008

92 ~ διάλογοι



Τουλάχιστον συνομιλούμε στα όνειρα

Γιάννης Τόλιας



ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Άντρας:
Όταν σε κοιτώ, θυμάμαι τη Γη.
Τότε στον Κήπο.
Τότε που,
καθρεφτάκια κρέμονταν στα δέντρα,
μικρές λάμψεις η απουσία σου,
το μεγάλο μήλο, το μικρό φίδι,
ήμασταν άραγε ποτέ τόσο αθώοι,
τόσο επιμελημένα ένοχοι;
Θυμάσαι;

Γυναίκα:
Δεν θυμάμαι τίποτε.
Όταν μιλάς, δεν καταλαβαίνω.
Μία ρωγμή χωρίζει το φύλο μου
στη μέση.
Όσον αφορά εμένα,
ουδέποτε υπήρξε Κήπος ή Θεός.
Μονάχη πορευόμουνα τότε
και τώρα μόνη.

Άντρας:
Και όμως,
υπήρξαμε εραστές.
Αυτό που οι πολλοί λεν
"αγγίζω".

Γυναίκα:
Θυμάμαι μόνο μια λίμνη,
στην άκρη ενός τίποτα,
στην πλάτη ενός βατράχου που τρέχει.
Θυμάμαι την ομίχλη
και στη μέση μια βάρκα με κουπιά.
Έφευγα μόνη
και μόνο μια μέλισσα
βόμβιζε στο κενό.

Άντρας:
Κι όμως υπήρξαμε εραστές.
Στην άγνωστη γλώσσα των χαμένων πουλιών,
"σ' αγαπώ" σημαίνει "επιστρέφω".

Γυναίκα:
Άκου -
Μια κουκουβάγια μαχαιρώνει τη σιωπή.
Για μένα "σ' αγαπώ" σημαίνει
άγριο δάσος,
ουρλιαχτό,
φεγγάρι από αίμα.

Άντρας:
Μ' αγάπησες ποτέ στ' αλήθεια;

Γυναίκα:
Λίγο τσάι ακόμα;
Τα απογεύματα στην εξοχή
είναι φέτες λεμονιού,
ξινά και ανεπαίσθητα ανούσια.
Αλήθεια, πώς μπερδεύεται η αλήθεια
μες στο παλιό σαμοβάρι, με το ψέμα.
Λίγη ζάχαρη ή γάλα;

Χλόη Κουτσουμπέλη
-Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια-



Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Η νύχτα ήταν χαρτί - κι είμαστε το μελάνι:

- "Άντρα, ζωγράφισες πρόσωπο ή πέτρα;"
- "Γυναίκα, ζωγράφισες πρόσωπο ή πέτρα;"

Δεν απάντησα
ούτε εκείνη απάντησε / ερωτευτήκαμε

τη σιωπή μας - αδιέξοδη
όπως η αγάπη μας - αδιέξοδη.

Άδωνης
*μτφ: Ελένη Κονδύλη-Μπασούκου


ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΑΜΟ

Μαριάν: Ένα δεκάρικο αν μου πεις τι σκέφτεσαι.
Γιόχαν: Μόλις μου κατέβηκε ότι εσύ κι εγώ έχουμε αρχίσει να λέμε ο ένας στον άλλον την αλήθεια
Μ: Δεν την λέγαμε παλιά; Όχι, δεν την λέγαμε. Γιατί δεν το κάναμε; Περίεργο... γιατί να λέμε τώρα την αλήθεια; Ξέρω... είναι γιατί δεν έχουμε απαιτήσεις.
Γ: Δεν έχουμε μυστικά ο ένας απ' τον άλλον.
M: Τίποτα να διαφυλάξουμε.
Γ: Με λίγα λόγια μπορούμε να λέμε την αλήθεια. Ύστερα από 20 χρόνια.
M: Ύστερα από είκοσι χρόνια...
Γ: Νομίζεις ότι δύο άνθρωποι που ζουν κάθε μέρα μαζί, μπορούν ποτέ να λένε την αλήθεια ο ένας στον άλλον; Είναι δυνατό;
M: Για μας πάντως δεν ήταν.
Γ: Ήταν όμως αναγκαίο;
M: Εννοείς, φαντάσου... να λέγαμε πάντα την αλήθεια και να μην κρύβαμε ποτέ κανένα μυστικό ο ένας απ' τον άλλον;
Γ: Mα μήπως το ξέραμε ότι είχαμε μυστικά;
M: Μα φυσικά λέγαμε ψέματα. Εγώ, τουλάχιστον, έλεγα.
Γ: Εσύ! Δεν το εννοείς...
M: Άκου τον τόνο της φωνής σου, Γιόχαν.
Γ: Ποιον καταραμένο τόνο της φωνής;
M: Toν τόνο της πληγωμένης αθωότητας...

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
*μτφ: Φίλιππος Δραγούμης


ΡΟΖ

- Ήθελα στα γενέθλια να μου 'φερνες λουλούδια
- Ήθελα στα γενέθλια μόνος μου να τα πιω
- Να με γλυκονανούριζες τα βράδια με τραγούδια
- Άσε με... πήγε τέσσερις΄ θέλω να κοιμηθώ

- Κοίτα καλέ που έμπλεξα΄ θα σκάσω απ' το κακό μου
- Πάνω που ετοιμαζόμουνα το ίδιο να σου πω
- Βρε, αν δε σ' ερωτευόμουνα θα 'κανα το δικό μου
- Εγώ να δεις τι θα 'κανα... μα έλα που σ' αγαπώ

Γιάννης Μηλιώκας
(ντουέτο με την Αφροδίτη Μάνου)

Ετικέτες

permalink σχoλια: 4 ...