παρα-κείμενα
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008
111 ~ ώρες, ii
Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα.
Ανδρέας Αγγελάκης

ΕΤΣΙ ΛΕΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ
Έτσι λέει η καρδιά:
Ονειρεύομαι θάλασσες,
Εκτάσεις ανοιχτές και το σώμα καράβι
Και μετράω των ανέμων την ορμή και το μήνυμα.
Θα 'θελα, λέει, να ήταν ακόμα εδώ τα χρόνια μου,
Οι μέρες που χάθηκαν σε τυχαίους δρόμους,
Η φωνή του πατέρα μου,
Τα καλοκαίρια στην Ιτέα,
Μα πιο πολύ, πιο πολύ οι ώρες της αγάπης σου.

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ
Μπήκα μέσα στο δάσος
των ρολογιών.
Φυλλώματα από τικ - τακ,
τσαμπιά από καμπάνες
και, κάτω από την πολλαπλήν ώρα,
αστερισμοί από εκκρεμή.
Τα μαύρα κρίνα
των πεθαμένων ωρών,
τα μαύρα κρίνα
των μικρών ωρών.
Όλα είναι ίδια!
Και το χρυσάφι του έρωτα;
Eίναι μια ώρα μονάχα.
Μια ώρα μονάχα!
Η κρύα ώρα!
Federico García Lorca
*απόδ. Κώστας Ζαρούκας
-Σκόρπια ποιήματα-

Ο ΧΡΟΝΟΣ
Θυμάμαι εκείνη τη γωνιά της αυλής στο πατρικό σπίτι, εγώ μόνος, καθισμένος στο πρώτο σκαλοπάτι της μαρμάρινης σκάλας. Η τέντα απλωμένη, βυθίζοντας το περιβάλλον σ' ένα δροσερό μούχρωμα, και πάνω στο πανί, απ' όπου φιλτραριζόταν κοσκινισμένο το μεσημεριανό φως, ένα αστέρι πρόβαλλε τις έξι του ακτίνες από κόκκινη τσόχα. Ανέβαιναν μέχρι τα ανοιχτά μπαλκόνια από το κενό της αυλής τα πλατιά φύλλα από τις λατάνιες, μ' ένα χρώμα πράσινο βαθύ και στιλπνό, και κάτω, γύρω από το συντριβάνι, ήταν συγκεντρωμένες οι ανθισμένες τούφες από πικροδάφνες και αζαλέες. Ηχούσε το νερό πέφτοντας μονότονα, νανουριστικό, κι εκεί στο βάθος του νερού, άλικα ψάρια κολυμπούσαν με ανήσυχες κινήσεις, σπινθηρίζοντας τα λέπια τους με μιαν αστραπή χρυσού. Διάχυτη στο περιβάλλον μια χαύνωση, που αργά-αργά πλημμύριζε το κορμί μου.
Εκεί, στην απόλυτη θερινή σιγή, υπογραμμισμένη από τον ψίθυρο του νερού, με τα μάτια ανοιχτά σε ένα διαυγές μούχρωμα που λάμπρυνε τη μυστηριώδη ζωή των πραγμάτων, είδα τις ώρες να μένουν ακίνητες, αιωρούμενες στον αέρα, σαν σύννεφο που κρύβει έναν θεό, αγνές και αέρινες, χωρίς να περνούν.
Luis Cernuda
*απόδ: Aντώνης Κουτσουραδής
-Το δέντρο 153/154-

ΩΡΕΣ ΑΡΓΕΣ
Ώρες αργές, μοναχές
ώρες πικρές, σκοτεινές
Ήρθ' η νυχτιά
δώσ' μου φωτιά
Ξένος εσύ, ξένη κι εγώ
Μη με ρωτάς, δεν ρωτώ
μη με ζητάς, δεν ζητώ
Φεύγει η νυχτιά
δίνει φωτιά
Κώστας Καπνίσης / Νέστορας Μάτσας
(με τη Μαίρη Χρονοπούλου)
Ετικέτες ώρες
Σάββατο, Μαΐου 20, 2006
10 ~ οι ώρες, i

Τικ τακ τικ τακ
Σημαίνει μία δύο δώδεκα
Όταν το βράδυ σχίζεται
Κι ο χρόνος προχωρεί ποδοπατώντας
Αλέξανδρος Ίσαρης

ΑΠΟΓΕΥΜΑ - ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ
Τίποτε δεν αγαπάω περισσότερο στον κόσμο
από αυτά τα απογεύματα που είμαστε εδώ, μαζί,
τα ήσυχα αυτά απογεύματα του καλοκαιριού,
όταν ο ουρανός είνα ακόμη φωτεινός,
κι ας πέρασε η ώρα.
Louise Gluck
* μετ: Δήμητρα Κωτούλα

ΟΙ ΩΡΕΣ ΠΟΥ ΖΩ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ
Οι ώρες που ζω μακριά σου
ακολουθούν τη σκιά της ψυχής μου
σαν τύψεις.
Πιο νεκρές απ' τα κίτρινα φύλλα'
απ' τη βροχή μέσα στο έρημο δάσος
πιο μόνες'
...
Οι ώρες που ζω μακριά σου δεν ζήσαν'
συμβατικά τις έδειξαν οι δείχτες του χρόνου.
Νίκη Σιδερίδου
-Αβέβαιο τείχος -

ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΔΥΤΙΚΟ
Αυτή η ώρα της Δύσης είναι χαραγμένη στον αστερισμό μου. Είναι η λογοτεχνική μου στιγμή. Αναζητώ τα βιβλία μου, φτιάχνομαι και μετά όλο και γράφω κανένα ποίημα. Είναι ωραία τα ποιήματα του Σαββάτου. Την Κυριακή τα ξαναδιαβάζω, τα πηγαίνω εκδρομή με τα αυτοκίνητο, τα πηγαίνω περίπατο με τα πόδια μου, μόνο μπάνιο που δεν κάνουν. Παίρνουν αέρα και ιώδιο, αναπνέουν και αποστειρώνονται.
...
Ξύπνησα σαν να είχα την αυγή στο κεφάλι μου.
Ένα φως αλουμινίου χρωμάτιζε τον ορίζοντα.
Το ρολόι μου έδειχνε τρεις και τέταρτο.
Πρέπει να έχει χαλάσει σκέφτηκα.
Σε λίγο το ποδήλατο με κινούσε σε ανεξήγητα
έρημους δρόμους.
...
Στο βάθος το μεγάλο ρολόι έδειχνε τρεις και σαράντα
πέντε, όπως και το δικό μου.
Χαμογέλασα.
Γύρισα την πλάτη μου.
Το Βόρειο σέλας χαμογέλασε στη σκιά μου.
...
Τώρα ο ήλιος δεν φαίνεται πια. Χάθηκε το υλικό και έμεινε ιδέα. Μήκαν χρωματισμοί στη θέση του. Το γαλάζιο ασημί, το γαλάζιο γκρι, το ροζ μπλε, το κίτρινο χρυσαφί. Τα χρώματα αλλάζουν με τα μάτια. Είναι τόσες πολλές οι παραλλάξεις τους που δεν αφήνουν περιθώρια στη μνήμη να τα συγκρατήσει. Η συγκίνηση ισοφαρίζει την εκπληκτική ομορφιά του. Μια πρωτόγονη λατρεία ανασαίνει. Κάθε βράδυ του Σαββάτου το μπαλκόνι είναι δυτικό και η δύση γεννιέται για πρώτη φορά.
Χανιά
Κώστας Εμμ. Αρχοντάκης

Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ
Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα,
η ώρα που μου σβήνεις τον καημό
η ώρα που και η σκέψη μου πεθαίνει
και που δε θέλω να 'χει τελειωμό
Άκης Πάνου
(με την Γιώτα Λύδια)
(και με τη Χάρι Αλεξίου)
Ετικέτες ώρες










