Doc Ross: DialogueΤώρα επιστρέφω στην ανάγκη να μιλήσουμε
όσο ποτέ, μακραίνοντας την τρυφερή αναμονή
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
[ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΠΕ]Ω γυναίκα εσύ ξέρεις
Πως το περισσότερο για το
οποίο
μπορούμε να ελπίζουμε
Είναι η αμαρτία
R.E.BROUGHTON
Κι αυτή είπε:
Να ξέρεις δεν αγαπάω τίποτα
που να μη με πληγώνει
και ο πόνος αρχίζει
όταν εγγίζουν οι αγαπημένοι και οι ενοχές τους
Κι εγώ είπα:
Απ' αυτούς που ισχυρίστηκαν
πως σ' αγάπησαν
σωστοί ήταν μόνο εκείνοι
που ήξεραν να έρχονται και να φεύγουν
την κατάλληλη στιγμή
Κι αυτή είπε:Μπορώ να προβλέψω
θα συναντηθούμε
Κι εγώ είπα:
Θα είμαι ο πλοηγός
του μελλοντικού σου ψεύδους
Κι αυτή είπε:
Σ' ευχαριστώ που θα σε λεηλατήσω
Κι εγώ είπα:
Προσκυνώ το μεγαλείο της προδοσίας
της απάτης
της απάτης
της ένθεης.
Γιάννης Τόλιας
-Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι-
(συλλογή: Ονειρόδραμα)
[ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ]
Ω, πες μου, Νύχτα, εσύ, παλιά ερωμένη,
που μου φέρνεις το τέμπλο των ονείρων μου,
άδειο σαν πάντα κι έρημο, με μόνο
το φάντασμα μου μέσα,
τη φτωχή μου σκιά να θλίβεται
πάνω απ' τη στέπα, κάτω από τον πύρινο ήλιο
ή να νείρεται πίκρες
σ' όλων των μυστηρίων τις φωνές,
πες μου, παλιά ερωμένη, πες μου αν ξέρεις,
δικά μου αν είναι τα δάκρυα που χύνω.
Κι η Νύχτα μού αποκρίθη:
«Ποτέ δε μου 'χες πει το μυστικό σου.
Δεν ήξερα ποτέ μου, αγαπημένε,
αν είσ' εσύ τούτο το φάντασμα του ονείρου σου
κι αν η φωνή του ήταν δική σου
ή ήταν φωνή κάποιου γελοίου παλιάτσου».
Είπα στη Νύχτα «Ψεύτρα αγαπημένη,
ξέρεις το μυστικό μου'
έχεις δει τη βαθιά σπηλιά όπου φτιάχνει
τα κρύσταλλά του τ' όνειρό μου
και ξέρεις πως δικά μου είναι τα δάκρυα
και τον παλιό μου πόνο εσύ τον ξέρεις».
«Δεν ξέρω, αγαπημένε», μου 'πε η Νύχτα,
«το μυστικό σου δεν το ξέρω,
αν κι είδα αυτό το φάντασμα που λες
να πλανιέται μονάχο στ' όνειρό σου.
Κοντοζυγώνω τις ψυχές σαν κλαίνε
κι ακούω την προσευχή τους την κρυφή,
μοναχική και ταπεινή,
αυτήν που αληθινό ψαλμό ονομάζεις,
μα στους υπόγειους θόλους της ψυχής
δεν ξέρω αν εΐν' ηχώ ή φωνή το κλάμα.
Για ν' ακούσω τον πόνο από τα χείλη σου
στ' όνειρό σου σε γύρεψα
και σ' είδα να πλανιέσαι εκεί σ' έναν αβέβαιο
λαβύρινθο από κάτοπτρα».
Antonio Machado
*μτφ: Ηλίας Ματθαίου
-Ανθολογία Ισπανικής Ποίησης (ΧΙΙ-ΧΧ αιώνας)-
4. ΔΕΥΤΕΡΑ - Η ΤΡΥΠΑ-
Γεια σας... είμαι δημοσιογράφος, άνοιξε χαμογελαστά το στόμα του,
μπορώ να περάσω;
-
Περάστε, ορίστε, του απάντησε η Μαρία με κρύα καρδιά.
-
Είστε δημοσιογράφος είπατε;
-
Μάλιστα.
-
Την ίδια δουλειά κάνουμε, καθείστε...
- Συνάδελφος;
- Όχι ακριβώς...
- Δηλαδή;
-
Εγώ είμαι η κόρη του Πρίγκιπα, η «πόρνη» αν δεν σας έχουν πληροφορήσει ακόμα εδώ στο Δαφνί.
Μήτσος Κασόλας
-Ο πρίγκηπας-
ΤΕΡΑΤΑΚΙΑ ΤΣΕΠΗΣ
- Στα τριάντα σου δεν κρατιόσουνα
για άνετος μου περνιόσουνα
τώρα στα σαρανταπέντε
πατριάρχης το 'χεις δει.
Ούτε ειλικρινής, ούτε ανθρωπιστής
σαν ξοφλημένος αγωνιστής
που φοβάται το παιχνίδι
και το παίζει δικαστής
-
Τερατάκι της τσέπης
καθρεφτάκι της λύπης
κάποτε ήμουν χίπης
και φρικιό και αντιεξουσιαστής
- Τι καρνάβαλος, τι κανίβαλος
εγώ ο δικός σου αντίλαλος
πώς θα γίνω σχεδιάζεις
μ' απ' τη μύτη θα σου βγει.
Πού το πάω εγώ, τι ζητάς εσύ
αν δεις σωστά την απόσταση
δεν θα έχεις στο τσεπάκι
έτοιμη τη συνταγή
-
Μα τι λες βρε μεγάλε
πόσο μού 'μοιασες σ' όλα
παικταρά παρ' τα μου όλα
άσε κάτι για τον ψυχαναλυτή- Γι' αυτό μη μιλάς και μη μου κολλάς
για να το παίζεις χαζομπαμπάς
αν ζητάς κολλητιλίκια
μάθε να μη μου τη σπας,
Angelo Branduardi / Ισαάκ Σούσης
-με την Παιδική Χορωδία Σπύρου Λάμπρου και τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα
(Vanità di Vanità)
Ετικέτες διάλογοι
οι ίδιες λέξεις που λέμε όλοι
Μανόλης Αναγνωστάκης
-ΥΓ-
ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ
Ερήμην μου οι λέξεις
αλλάζουν εποχές,
σκοτεινιάζουν κι αιθριάζουν
κατά βούληση
το Δεκέμβρη σιγοκαίνε υπνωτικά στο παραγώνι του μυαλού μου,
το Γενάρη ανθοφορούν αντάρτικα
σα μυγδαλιές
τον Απρίλη σταυρώνονται
με τα πάθη μου
και πάλι εγείρονται
- του Αυγούστου υπομένοντας την ανομβρία
γλυκαίνουν σαν τους όψιμους καρπούς, τους ξεχασμένους σε μιαν
άκρη του αγρού κάτω απ' το σκληρό ήλιο
- το Σεπτέμβρη συναθροίζονται ως τέλεια πυκνώματα ψυχατμών και
παρατάσσονται αποδημητικές για το ανείπωτο.
Μαρία Σφήκα
-Εξώπολις, τχ. 23-
ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΝΟΣ
Ο Βίτγκενστάιν μάς λέει ότι η λέξη "πονάει" αναπλήρωσε
τον θρήνο και τον οδυρμό. Η λέξη "πόνος"
δεν περιγράφει την εκδήλωση του πόνου
αλλά τον αναπληρώνει.
Τον αναπληρώνει και τον εκτοπίζει.
Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί
μια νέα μέθοδο συμπεριφοράς
στην περίπτωση του πόνου.
Η λέξη παρεμβάλλεται
ανάμεσα σε μας και τον πόνο
σαν ένα θηκάρι σιωπής.
Είναι η αποσιώπηση. Είναι η βελόνα
που ξηλώνει το ράμμα
ανάμεσα στο αίμα και τη γη.
Η λέξη είναι το πρώτο βήμα
για να ελευθερωθεί κάποιος
απ' τον εαυτό του.
Σε περίπτωση που υπάρχουν
άλλοι τριγύρω.
Miroslav Holub
*μτφ: Βασίλης Καραβίτης
-Εντευκτήριο, τχ.34-
ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ- Οι τόνοι στα σάνγκο δεν δηλώνουν τονισμό αλλά το ύψος της φωνής, που αλλάζει συχνά απ' τη μια συλλαβή στην άλλη, με προειδοποίησε η Ματίλντ. Η κλίμακα που χρησιμοποιείται συνήθως περιλαμβάνει τρεις φθόγγους, τον βαρύ, τον μέσο και τον οξύ.
Έπαιρνα ήδη το πρώτο μου μάθημα σάνγκο. Ο Ζαν μάς πλησίασε, είχε αρχίσει ν' ανυπομονεί.
- Οι τόνοι καθορίζουν καμιά φορά το νόημα των λέξεων, απαγορεύουν τις παρανοήσεις. Αν πει κανείς
κουα σε βαρύ τόνο, εννοεί την «δουλειά», ενώ σε οξύ το «θάνατο».
- Η ίδια λέξη σημαίνει «δουλειά» και «θάνατος»! εξεπλάγη ο Ζαν.
Η Ματίλντ αντέδρασε έντονα;
- Μα δεν ακούτε τι σας λέω; Σας εξηγώ ότι δεν είναι η ίδια λέξη!
Βασίλης Αλεξάκης
-Οι ξένες λέξεις-
ΟΛΑ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝΕ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Οι λέξεις που 'ναι έξω απ' τα τραγούδια
κρυώνουνε τα βράδια και φοβούνται
και βρίσκουν καταφύγιο στα λουλούδια
και σε όσες, σαν και σένα, αγαπιούνται
... ... ...
Γιώργος Νταλάρας / Λευτέρης Παπαδόπουλος Ετικέτες λέξεις
Κάποτε ένα ταξίδι αρχίζει και τελειώνει
πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί.
Γιάννης Τόλιας
-Ό,τι άγγιξα και ό,τι θυμάμαι-
[Μωβ σημαία]
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ
Απ' όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη
αυτή που μ' αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινα
να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα.
Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός
όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας
χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία
χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες.
Την άφιξή μου έτρεχα ν' αναγγείλω
απ' τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχε τότε κινητά
η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα
όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν
το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο
οι χώροι, τα τοπία εμφανίζονταν ξανά
ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες.
Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι
να μη βρήκαν φθάνοντας ό,τι προσδοκούσαν.
Τίτος Πατρίκιος
-Εντευκτήριο, τχ.94-
ΤΟ ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΤΑΞΙΔΙΝάσαι, παντοδύναμε, στα πέλαγα!
Μα μην ελπίζεις πως θα βρεθεί άλλο άρμενο μπροστά σου
μήτε βουερό παγόβουνο, φικάδα ή κήτος
μήτε άγριο μεγάλο κύμα στα πλευρά σου.
‘Οσο κι αν εσύ απλώνεις τον νου σου ξαναμμένο
τρεις λεύγες πέρα απ' το καράβι, κι ακόμη πιο μακριά,
με τις σανίδες να σκιρτούν στη μανική περπατησιά σου,
μονότονη τρέχει στο κατόπι σου μια αυλακιά.
Κι είναι όσο απλόχωρο το θέλεις τούτο το σκαρί,
απ' την καρίνα ως το κατάρτι ούτε ψυχή
μ' ένα πηδάλιο δύσκολο στο κράτημά του,
οι χάρτες λευκοί, σκυθρωπό το πλήρωμα του,
χωρίς φορτίο, μ' έναν μόνο προορισμό:
να οδηγήσει της μοίρας σου την άθλια τροπή
σ' έναν δίχως στεριές ωκεανό
σε μιαν άμορφη γαλάζια απλωσιά χωρίς ζωή.
Robert Graves
*μτφ: Σάκης Σερέφας
-Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας-
[Αγγλόφωνα ποιήματα για τον Καβάφη]
ΣΤΗ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΝΥΧΤΑ
Πασχαλινή ιστορία
Ήταν φορές που τα ταξίδια δεν τέλειωναν ποτέ. Που σήκωναν άγκυρα από τον ακρινό Νότο, κι αφού κατάφερναν να ξεπεράσουν την άσωστη άπλα του Ωκεανού, βάζανε ρότα για το κανάλι του Σουέζ και κράταγαν μερόνυχτα ίσα γραμμή ώσπου να πέρναγαν την Ερυθρά, που χοχλάκιζε απ' την κάψα η ανάσα σου.
Σε τέτοια πολυήμερα, ατέλειωτα, άχαρα ταξίδια, κάτι ένιωθες να φουσκώνει μέσα σου, να σε βαραίνει, να γίνεται πέτρα και να πνίγει την πνοή σου.
Χρήστος Λεβάντας
-Νέα Εστία, τχ.1148-
ΤΑΞΙΔΙ
Απ' το παράθυρο κοιτάς
να μένουν πίσω τα τοπία
ζωή που χάνεται με μιας
σκηνές από βουβή ταινία
Στης αποβάθρας τον καπνό
γυρνούν οι επιβάτες μόνοι
το τραίνο μπαίνει στο σταθμό
μα το ταξίδι δεν τελειώνει
Απ' το παράθυρο κοιτάς
να φεύγουν, να γλιστρούν τα χρόνια
κι απ' όσα έχεις κι αγαπάς
τίποτα δεν κρατάει αιώνια.
Στης αποβάθρας τον καπνό
γυρνούν οι επιβάτες μόνοι
το τραίνο φτάνει στο σταθμό
μα το ταξίδι δεν τελειώνει
Δημήτρης Μαραμής / Σωτήρης Τριβιζάς
με τον Κωνσταντίνο Κληρονόμο Ετικέτες ταξίδια
ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
Ορατές οι προοπτικές,
που διαγράφονται
με συγκεκριμένη μορφή,
και υπόσχονται,
την νίκη της επιδίωξης,
με απόλυτη βεβαιότητα.
Η δυσπιστία υπάρχει,
εξαιτίας
της έλλειψης εμπειρίας.
Μα η θέληση και το μεράκι,
που διαθέτει η καρδιά,
λειτουργούν δεσμευτικά.
Και θα οδηγήσουν εις πέρας
το σύστημα εφαρμογής,
που θα αποκλείσει
το ενδεχόμενο ήττας.
Ελένη Θεολογίδου-Βελισσάρη
-Φιλολογική Πρωτοχρονιά 2009-
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΕΓΝΩΣΑΝ
Τώρα που οι λέξεις στέγνωσαν
και ανάμεσά μας
έπεσε η νύχτα,
τώρα που κι οι δυο μας ξέρουμε
ότι δεν είναι αναστρέψιμος
ο χαμένος χρόνος,
μας απομένει το ποίημα αυτό του έρωτα και της μοναξιάς.
Τίποτα περισσότερο από την επιμονή των ημερών,
που θα μας καταδιώκουν, ανελέητες,
με ρολόγια,
ανθρώπους,
τοίχους υπερβολικά γκρίζους,
κι όλα τα πράγματα τα αναπόφευκτα
λογικά.
Η δική μας δεν ήταν καν μια ιστορία
διαφορετική.
Η πρωτοτυπία της βρισκόταν όλη στην πυρίτιδα
των πυροτεχνημάτων, στην περιστασιακή περικύκλωση
από τα χαμόγελα ολόγυρά μας
και στην παλιά ιστορία του παράδρομου όπου αγαπιόμασταν.
Eduardo Pitta
*μτφ: Ρήγας Κούπα
-Η έλξη των ομωνύμων-
Ο ΑΝΤΡΑΣ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥ
Ο άντρας θα καθόταν μέσα στο σκιερό διάδρομο, κατάντικρυ στην πόρτα που ήταν ανοιγμένη προς τα έξω.
Κοιτάζει μια γυναίκα, ξαπλωμένη σ' ένα πέτρινο μονοπάτι, λίγα μέτρα μακριά του. Γύρω τους ένας κήπος που πλαγιάζει απότομα σε μια πεδιάδα, πλατιές βραγιές δίχως δέντρα, χωράφια πλάι στις όχθες ενός ποταμιού. Μετά, πολύ μακριά και μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα, υπάρχει ένα ακαθόριστο διάστημα, μια απεραντοσύνη βουτηγμένη πάντα στην ομίχλη που θα μπορούσε να 'ταν της θάλασσας.
Η γυναίκα σεργιάνισε ως την κορφή της πλαγιάς απέναντι στο ποτάμι και ξαναγύρισε μετά εκεί που είναι τώρα, ξαπλωμένη αντίκρυ στο διάδρομο, μέσα στον ήλιο. Αυτή δε μπορεί να δει άντρα, το εκτυφλωτικό καλοκαιριάτικο φως τη χωρίζει από τη μέσα σκιά του σπιτιού.
Δε μπορεί να πει κανείς με σιγουριά αν τα μάτια της είναι κλειστά ή μισάνοιχτα. Μοιάζει να ξεκουράζεται. Ο ήλιος είναι κιόλας πολύ δυνατός. Αυτή είναι ντυμένη μ' ένα ανοιχτόχρωμο φόρεμα, από φωτεινό μετάξι, σκισμένο μπροστά, που αφήνει το κορμί της να φαίνεται. Είναι γυμνή κάτω απ' το μετάξι. Το φόρεμα θα μπορούσε να 'ταν πολυκαιρισμένο, μ' ένα άσπρο ξεθωριασμένο χρώμα.
Αυτό θα συνήθιζε να το κάνει καμιά φορά. Άλλες φορές πάλι θα 'κανε τελείως άλλα πράγματα. Πάντοτε διαφορετικά. Αυτό βλέπω σ' αυτήν.
Δεν θα 'χε τίποτα πει, τίποτα κοιτάξει. Απέναντι στον άντρα που κάθεται μέσα στο σκοτεινό διάδρομο, μένει περιχαρακωμένη στα βλέφαρά της. Μέσα απ' τα βλέφαρά της μόλις διακρίνει το αμυδρό φως του ουρανού. Ξέρει ότι εκείνος την κοιτάζει, ότι τα βλέπει όλα. Το ξέρει με τα μάτια κλειστά, όπως το ξέρω και 'γώ, εγώ που κοιτάζω. Είναι μια βεβαιότητα.
Marguerite Duras
*μτφ: Χριστίνα Ντουνιά
-η λέξη, τχ.24-
ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ 'ΡΘΟΥΝ
Κάποτε θα 'ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ' αγαπούν
και πως σε θένε.
Έχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένε
Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν.
Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν
Και όταν θα 'ρθουν οι καιροί
που θα 'χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα
υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα
Μίκης Θεοδωράκης / Λευτέρης Παπαδόπουλος
(με τον Παύλο Σιδηρόπουλο) Ετικέτες βεβαιότητες
Brian Edmond
Ο ύπνος είναι γέφυρα
που πάει απ' το σήμερα στο αύριο,
Από κάτω της, σαν όνειρο
κυλάει το νερό.
Juan Ramón Jiménez
*μτφ: Αργύρης Χιόνης
ΤΟΥ ΥΠΝΟΥΙ
Αντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν
ο Ύπνος. Πήρε τα γλαυκά μάτια
και τα 'κλεισε' πήρε το στόμα
κι' έσβησε το μειδίαμα και το φιλί.
Την ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά
της λήθης, που παρέσυραν τ' αγαπημένο σώμα
στον κόσμο των αστέρων και των σκιών.
Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη,
φωνές υπνόβιες τ' αυτιά, και μες στις φλέβες
ακούω τν βαθειά βοή του ταξιδιού.
ΙΙ
Ανέδυσες απ' τον βυθό του ύπνου
μ' αστέρια και κοχύλια μες στα χέρια
και μες στα μάτια σου τη σκοτεινή δροσιά των θαλασσών.
Καθώς τ' ανοίγεις, θέλω πρώτος να δεχθώ
το βλέμμα των' μήπως συλλάβω, πρωτού σβήση
το νόημα του κόσμου που σ' εκράτησεν ολονυκτίς.
Αλέξανδρος Μάτσας-Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως 1708-1971-
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΜΕΡΑ
[....]
Αυτή ήταν η μέρα του προσώπου σου
του προσώπου σου μετά τον έρωτα, κοντά στο μαξιλάρι ένα νάνι νάνι.
Λαγοκοιμάσαι δίπλα μου κι αφήνεις την παλιά κούνια να σταματήσει
η ανάσα μας έγινε μια, έγινε παιδιού ανάσα μαζί,
ενώ τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά Όμικρον στα κλειστά σου μάτια
ενώ τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου
ενώ ζωγράφιζα
Σ' ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και στον τυμπανοκρούστη του
και ψιθύριζα "Ξύπνα" και μουρμούρισες στον ύπνο σου
"Σσσ... Τώρα τρέχουμε με τ' αυτοκίνητο στο Κέιπ Κοντ.
Τραβάμε για τη Μπουρν Μπριτζ.
Γύρω τώρα στο Μπουρν Σερκλ". Μπουρν!
Τότε σε γνώρισα μέσα στ' όνειρό σου και προσευχήθηκα στον καιρό μας
να με διαπεράσεις και να ριζώσεις μέσα μου
και να φέρω στο φως το γέννημά σου, να φέρω
το εσένα ή το φάντασμά σου στο μικρό μου σπιτικό.
... ... ...
Ann Sexton
*μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
-Σύγχρονοι αμερικανοί ποιητές-
ΣΤΟ ΜΕΣΑ ΚΟΣΜΟ
Η επιστροφή σιο κρεβάτι μοιάζει η ελκυστικότερη επιλογή. Δεν έχει καμία όρεξη ούτε για το βιβλίο που ξεκίνησε πριν δυο μήνες, ούτε για τις εκπομπές της τηλεόρασης. Λίγος ύπνος είναι σαφώς προτιμότερος.
[....] Ναι, το κρεβάτι μοιάζει η ελκυστικότερη επιλογή. Εκεί κλείνοντας τα μάτια θα γυρίσει στα παιδικά της χρόνια στη Γερμανία, θα θυμηθεί τους τρυφερούς γονείς της που ποτέ δε ξεπέρασε το θάνατό τους. Θα θυμηθεί τα όνειρα της γλυκιάς οικογένειας με τα χαρούμενα παιδάκια και τον πρίγκιπα που παντρεύεται την όμορφη κοπέλα και της χαρίζει τον κόσμο όλο. Θα θυμηθεί τη δουλειά της στο μεγάλο πολυκατάστημα και πόσο περήφανη ένιωθε που ο υπεύθυνος την έβαζε πάντα στη διακόσμηση της βιτρίνας. Είχαν εκτιμήσει το καλό της γούστο που κανένας δεν αναγνωρίζει πια. Θα θυμηθεί το νεανικό κορμί της που όταν περπάταγε γύριζαν να την κοιτάξουν, όταν ανέμιζαν τα μαλλιά της πάνω στο μηχανάκι του άντρα που της χάρισε έναν κόσμο. Μάλλον δεν ήταν ο κόσμος όλος και μάλλον ήταν μοναχικός. Θα θυμηθεί τη γέννηση των παιδιών της που μεγάλωσαν κι ίσως κάποια γλέντια με συγγενείς και φίλους που συνέβησαν σε έναν άλλο κόσμο κάπου εκεί έξω.
Κι έτσι, θυμούμενη τα περασμένα, θα κοιμηθεί γλυκά για όσες περισσότερες ώρες γίνεται.
... ... ...
Κατερίνα Αυγέρη
-Μανδραγόρας, τχ.45-
ΣΤ' ΟΥΡΑΝΟΥ ΤΗΝ ΑΚΡΗ...
Στραβά το καπελάκι μου
στο χέρι κομπολόι
μετρώ τα σκαλοπάτια σου
κι η έγνοια σου με τρώει.
Μα πριν με διώξεις άκαρδη
θερμά παρακαλώ σε
περκάλι βενετσάνικο
να κοιμηθούμε στρώσε.
Μάνος Χατζιδάκις / Νίκος Γκάτσος
(με τονμε τον Μανώλη Μητσιά)
Ετικέτες ύπνος
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε
μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Νίκος Γκάτσος
-Αμοργός-
ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ
Μη ψυχρά με κοιτάζεις. Θυμήσου
πώς πετούσα χτες βράδι μαζί σου
στο χορό - μη ξεχνάς!
Χθες το βράδυ σε είχ' αγκαλιά
κ' οι καρδιές μας κοντά εκτυπούσαν,
κ' εις τα χείλη μ' εμπρός κυματούσαν
τα ευώδη ξανθά σου μαλλιά
και τα έδινα χίλια φιλιά
μυστικά, - μην ξεχνάς!
Άκουσέ με! Χθες βράδυ θυμήσου
σ' ερωτούσα να 'πεις, η ψυχή σου
τι ποθεί; - μην ξεχνάς!
Με φωνή ντροπαλή και γλυκειά,
με τα μάτια σου κάτω γυρμένα
με ερώτησες τότε κ' εμένα
τι ποθεί κ' η δική μου καρδιά.
Κι αποκρίθηκα λόγια θερμά,
μυστικά, - μην ξεχνάς.
Δημήτριος Βικέλας
-Ανθ. Νεοεεληνικής Ποιήσεως 1708-1971 (Σπύρου Κοκκίνη)-
ΑΤΛΑΝΤΙΣ
[....]
Αν ίσως οι θύελλες σ' αναγκάσουν
ν' αγκυροβολήσεις για καμιά βδομάδα
σε κάποιο παλιό λιμάνι της Ιωνίας,
μην παραλείψεις να συζητήσεις
με τους πνευματώδεις λογίους εκεί
που θα σου αποδείξουν πως όχι, δεν μπορεί
να υπάρχει ένας τόπος σαν την Ατλαντίδα:
Μελέτησε καλά τη λογική τους, μα πρόσεξε
πόσο η σπιρτάδα της φανερώνει
την απέραντη, ανυπόκριτη θλίψη τους•
έτσι θα διδαχτείς πως για να σου είναι κάτι πιστευτό
πρέπει πρώτα ν' αμφιβάλλεις γι' αυτό.
Αν, έπειτα, προσαράξεις
στους κάβους της Θράκης
όπου μια γυμνή βαρβαρική φυλή
χοροπηδά ξέφρενα όλη νύχτα
στο φως των πυρσών
με βούκινα και κακόηχα τύμπανα, τότε,
πάνω σ' αυτήν την άγρια βραχώδη ακτή
γδύσου και χόρεψε γιατί
αν δεν είσαι ικανός
την Ατλαντίδα εντελώς
να ξεχάσεις
ποτέ στου ταξιδιού το τέρμα
δεν θα φτάσεις.
... ... ...
W. H. Auden
-Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας-
*μτφ: Σάκης Σερέφας
ΜΙΚΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ, ΠΟΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ
Εκείνο το καλοκαίρι δεν χόρεψε χορό της κοιλιάς, αλλά το συζητούσε κάθε τόσο πως το επόμενο καλοκαίρι θα μπορούσαν να πάνε κι έκανε εξάσκηση πότε-πότε. Συνέβαινε καμιά φορά να τον διασκεδάζει με την τέχνη της τα βράδια. Γυμνή μπροστά στο τζάκι, κυλούσε, ρουφούσε κι έσπρωχνε την κοιλιά της. Δεν την είχε ξεχάσει την τέχνη, αυτός δεν μπορούσε να της βρει κανένα ψεγάδι, αλλά η ίδια δεν ήταν ευχαριστημένη, έλεγε ότι είχε χάσει τη σβελτάδα της.
Αλλ' ούτε το επόμενο καλακαίρι μπόρεσαν να πάνε για το χορό της. Η κοιλιά της ήταν πάλι φουσκωμένη και τα δίδυμα είχαν ξεπεταχτεί και γύριζαν σα σβούρες στο σπίτι.
Artur Lundkvist-17 φωνές από τη Σουηδία-
*μτφ: Νίκη Κώνστα
ΧΟΡΕΨΕ ΜΕ
Μοναξιές, θολή ατμόσφαιρα και ύφος
- κι εσύ δίπλα μου ένας γρίφος -
και στο πιάνο παίζουν δάχτυλα ιδρωμένα
αργεντίνικα ταγκό, απελπισμένα
Μοναξιές, κι ένα παράπονο που βγαίνει
σε μια νύχτα ερωτευμένη
Και δυο χείλη στο μικρόφωνο δοσμένα
σε τραγούδια του τριάντα ραγισμένα
Χόρεψέ με
ν' ανεβούμε στα μπαλκόνια της ψυχής
Κύτταξέ με
με το βλέμμα σου - το βλέμμα της βροχής
Φίλησέ με
η βραδιά σηκώνει λόγια φλογερά
Χόρεψέ με
ένα σώμα είν' αυτό - δώς του φτερά
Μάριος Τόκας / Φίλιππος Γράψας
(με τονμε τον Μανώλη Μητσιά)
Ετικέτες χορός