παρα-κείμενα
Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2012
210 ~ οι άνεμοι, iv

Πουνέντες
στηρίζει σήμερα
τη μελαγχολία μου
Giuseppe Ungaretti
* μτφ: Στέλιος Κάτσικας

ΕΚΑΒΗ
Χορικό Α'
Αγέρι, του πελάγου αγέρι,
που τα θαλασσοτάξιδα τα τρεχαντήρια σέρνεις
στη φουσκωμένη θάλασσα, ποιος ξέρει
την άμοιρη πού τάχατε με φέρνεις;
Σε ποιανού σπίτι, στο άραχνό μου διάβα
θ' αράξω, κουρασμένη σκλάβα;
Σε Δωρικό λιμιόνα, ή τάχα
στης Φθίας κάποιο αραξοβόλι,
που λεν, ο Απιδανός, νερών ωραίων
πατέρας, θρέφει την πεδιάδα όλη;
Ευριπίδης
*μτφ: Απόστολος Μελαχρινός
-Νέα Εστία, τχ.10-

O ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ
Στα πόδια μου ένα πλατανόφυλλο
Από την κούραση ξερό.
Και στα γαλάζια του κήπου τα παγκάκια
Τα χνάρια ανάβουνε της ζέστης.
- Θέλεις; - Θα σ' το χαρίσω.
Όμως το φύλλο αυτό
Ποιος θα το αφήσει ήσυχο στο κλουβί σου
Ποιος θα σκεφτεί, αυτό το φύλλο
Εγώ σ' το έριξα κι όχι ο αέρας.
Ο αέρας μόνο παίρνει.
Ο αέρας παίρνει και τα λόγια
Που μερικές φορές επίτηδες του τα φορτώνουν
Από το βάρος της λέξης να απαλλαγούν
Και για τα λόγια στον αέρα που ειπώθηκαν να πάρει εκείνος την ευθύνη.
... ... ...
Otʻar Čiladze (Otar Chiladze)
μτφ: Άνι Τσικοβάνι
απόδοση: Δημήτρης Νόλλας
-Ανθολογία Γεωργιανής ποίησης-

EROΪCA
Μέσα στη νύχτα, βροχή κι αέρας, τι κακό! Τα σύννεφα καβάλησαν τον άνεμο. Σφύριζε η ανάσα του πάνω στα κεραμίδια και στο μαντρότοιχο ξετιναζόταν η περιπλοκάδα. Μα έτσι ξεθύμανε ο καιρός και σαν ξημέρωσε η Δευτέρα έπεφτε πού και πού μονάχα ψιλοβρόχι. Ό ήλιος φέγγριζε μουντός πίσω από ανάρια σύννεφα. Μάλιστα το ουράνιο τόξο φάνηκε δυο φορές. Πρωί - πρωί ακούμπησε μιαν άκρηα θαμπή πάνω στη ράχη του Άκορφου: ένα χάδι, ένα παιχνίδισμα του ήλιου με την πέτρα ή με το σύννεφο — δεν καταλάβαινες — τόσο ήταν εξατμισμένο το βουνό και ανακατευότανε στα ύψη. Το μεσημέρι, ξαναφάνηκε πάνω από το δρόμο κατακόρυφα — μια βάρβαρη σημαία, κάπως παράταιρο και χτυπητό στον ξέθωρο συννεφιασμένο ουρανό. Τα παιδιά που σχολνούσαν την ώρα εκείνη πάθαιναν στραβολύγγιασμα να το κυττάζουν.
Κοσμάς Πολίτης

ΜΕ ΤΟ ΒΟΡΙΑ
Βοριάς είν' η αγάπη σου
και ποιος θα με γλιτώσει
Nοτιάς φυσάει τα χείλη σου
και τα 'χω πελαγώσει
Με αγαπάς σε αγαπώ
στο μαύρο κύμα πάνω
με το νοτιά σ' αναζητώ
με το βοριά σε χάνω
Γιώργος Ζαμπέτας / Δημήτρης Χριστοδούλου
με τον Πάνο Τζανετή
Ετικέτες άνεμοι
Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2011
173 ~ οι άνεμοι, iii

Απαλός, απαλός, πολύ απαλός,
ένας άνεμος πολύ απαλός περνάει
και φεύγει, πάντα πολύ απαλός.
Και δεν ξέρω τ' είν' αυτό που σκέφτομαι,
ούτε πασχίζω να το μάθω.
Fernando Pessoα
*μτφ: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΣΥΖΕΥΚΤΑ
Σήμερα πρωί βγήκα πολύ νωρίς,
αφού είχα ξυπνήσει ακόμα πιο νωρίς
και δεν είχα τίποτα που θα 'θελα να κάμω...
Δεν ήξερα ποιο δρόμο να πάρω,
ο άνεμος όμως φυσούσε δυνατά, σκούπιζε προς μία μεριά
και συνέχισα το δρόμο κατά κει όπου ο άνεμος με φυσούσε στην πλάτη.
Έτσ' ήταν πάντα η ζωή μου
κι έτσι θέλω να μπορεί πάντα να 'ναι.
Πηγαίνω όπου ο άνεμος με φέρνει και
δεν νιώθω να σκέφτομαι.
Alberto Caeiro [Fernando Pessoa]
μτφ: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής
-Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα-

Η ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ
Κοιμάται εδώ στον ποταμό, κοιμάται ξεχασμένη
κοιμάται, κι ο μικρός βοριάς ζητάει να την ξυπνήσει,
μ' αυτή τον ήλιο χαίρεται βαθιά αποκοιμισμένη.
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά και δεν ακούει τον άνεμο,
και δεν ακούει τον ξαφνικό μικρό βοριά της όχθης;
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά - θα την χτυπήσει ο ήλιος !
Ξύπνα, μικρή, θα σε ζητούν, ξύπνα κι αποξεχάστηκες
ξύπνησε, κι ο μικρός βοριάς ζητάει να σε ξεντύσει
ξύπνα, κ εδώ που βρέθηκες ποιον θάχεις να σε ντύσει;
Αχ, το μικρό - μικρό βοριά, παιδεύει το μπλουζάκι της !
Αχ, το μικρό - μικρό βοριά, την όχθη αναστατώνει !
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά - θα την σηκώσει ο άνεμος,
που όλο αναρπάει τη φούστα της κι όλο την ξεγυμνώνει !
Μα πώς κοιμάται έτσι βαθιά - θα την απογυμνώσει !
Ξύπνα, μικρή του ποταμού, ξύπνησε και σκεπάσου
ξύπνα και πάει δώδεκα, και πάει το μεσημέρι.
... ... ...
Μήτσος Λυγίζος
-The Land of Gods-

VIII
Ο καιρός ήταν ήσυχος. Όχι ολότελα μπουνάτσα, σταθερός, τρία ή τέσσερα μπωφόρ, ό,τι καλύτερο γινόταν. Ψιλόβρεχε, έκανε ζέστη και υγρασία. Κατά τη μεριά του ανέμου τα σύννεφα θα καθάριζαν, στα δυτικά φαινόταν κιόλας μια ανάλαφρη, φωτεινή λουρίδα, κι ας ήταν ακόμα χαράματα.
Φυσούσε οστριογάρμπι και τον είχανε δευτερόπριμα, κάνανε σίγουρα πέντε μίλια πλαγιασμένοι σταθερά μέσα στη μικρή θάλασσα, μ' ελάχιστο μπόντζι και καθόλου σκαμπανέβασμα. Η Μαρία πρόσεχε την πυξίδα, στις εκατό, και διόρθωνε με το τιμόνι κάθε τόσο, παρόλο που ο Ούλαφ της είχε πει πως ήτανε σχολαστική, και μια παραλλαγή δέκα μοίρες δεν άλλαζε τίποτα στην πορεία. Ήτανε λίγη ώρα που 'χε πιάσει βάρδια, κι ήξερε πως σε λίγο θα 'ρχόταν ο Χανς. Θα 'τανε μια από τις σπάνιες στον ωκεανό καλοσύνες, που τις χαίρονταν όλοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . .
Το μπόντζι στην καμπίνα δεν άφηνε μήτε να ξαπλώσεις στην κουκέτα, όχι να κοιμηθείς. Πάνω στο δυνάμωμα του καιρού, ο Αρμενιστής πλάγιαζε με το μικρό μοναδικό πανί με τις μαζεμένες μούδες. Μα ο άνεμος δεν ήτανε σταθερός, ενώ γονάτιζε σχεδόν το σκαρί, ξαφνικά έκοβε ολότελα ή φυσούσε από αλλού, κι ήταν κίνδυνος να τους μπατάρει το πανί και να κάμει ζημιά στα ξάρτια.
. . . . . . . . . . . . . . . . . .
- Όταν κόψει ο καιρός πρέπει να βρούμε κάποιο νησάκι ν' απαγκιάζει,να δούμε τι τρέχει με τ' άλμπουρο. Μόνο που δεν ξέρω καθόλου πού βρισκόμαστε, καθώς πηγαίναμε ξυλάρμενοι κι ο αέρας γύριζε απ' όλες τις μεριές. Πάντως, ψηλά χαμηλά, τραβούσαμε κατά τα βορινά. Τέσσερις ώρες σχεδόν. Τώρα που σιγουράρισε κάπως αρμενίζουμε γρέγο, κάρτα λεβάντε.
Νίκος Κάσδαγλης
- Η Μαρία περιηγείται τη μητρόπολη των νερών-

ΑΣ' ΤΑ ΤΑ ΜΑΛΛΑΚΙΑ ΣΟΥ
Άσ' τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα
άσ' τα ν' ανεμίζουνε στην τρελλή νοτιά
Τώρα που τα νιάτα σου είν' ολανθισμένα
άσ' τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα
Τη γαλάζια θάλασσα κύττα την πλατιά
κι άσ' τα ν' ανεμίζουνε στην τρελλή νοτιά
Μιχάλης Σουγιούλ / Αλέκος Σακελλάριος και Χρήστος Γιαννακόπουλος
(με τον Φώτη Πολυμέρη, αλλά και έτσι - γιατί όχι;
(έστω και με πολύ κακό ήχο...)
Ετικέτες άνεμοι
Τρίτη, Αυγούστου 21, 2007
77 ~ οι άνεμοι, ii

κι όλο φυσούσε ασίγαστος νοτιάς
κανένας άλλος άνεμος, μόνο νοτιάς σιρόκος
Όμηρος
* μτφ: Δ.Ν.Μαρωνίτης

ΛΟΓΙΑ ΑΝΕΜΟΥ
Αρχαίος άνεμος
χαράζει τα βράχια
και σκόνη το νερό
σκορπίζει λέξεις
και μισόλογα
φράσεις μακρόσυρτες
και συλλαβές
χωρίς νόημα.
Ο άνεμος παραμιλά
στις γωνιές και
τα φυλλώματα.
Εκεί είμαι και
ακούω προσεκτικά,
γνωρίζω τη γλώσσα του.
Ανάμεσα στα δάχτυλα
ο αέρας μιλάει,
γεια σου, μου λέει
μη ρωτάς
αχ μη ρωτάς
μου λέει και φεύγει.
Δημήτρης Μυταράς

ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΤΟ
ΧΡΥΣΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ APULEIUS
Όλη τη νύκτα, με τον άνεμο
στα κυπαρίσσια, ξαπλώθηκε,
χωρίς να με προφυλάξει, όπως ο αέρας που φέρνει τον ένα
κοντά στον άλλο, αλλ' όπως τ' ανθόφυλλα με την αβέβαιη
πτώση που λες και δεν οδεύει στη γη, έτσι κι εκείνος
έμοιαζε ν' ανυψώνεται γύρω μου ελαφρός σαν τα φύλλα
και πιο κοντά μου από τον αέρα,
και μια περιρρέουσα μουσική γύρω μου ήταν σαν ν' άνοιγαν
τα μάτια μου σε καινούρια χρώματα.
Ω άνεμε, ποιος άνεμος μπορεί να γίνει βαρύτερος από σένα.
Εzra Pound
* μτφ: Τάσος Κόρφης

CARPE DIEM ή ΚΑΘΩΣ ΕΡΧΟΤΑΝ Ο ΑΝΕΜΟΣ
Τον άκουσα, καθώς κατέβαινε απ' το βουνό. Ένα θελκτικό όσο και παράδοξο μάγμα από ήχους που πλησίαζαν το κρεσέντο. Ήταν ο άνεμος. Μετά από καιρό, ερχόταν. Στα ίχνη του, ο χρόνος αόρατος. Τελετή θριάμβου στο άσπρο της αυγής το άρωμά του. Έπλεε αργά και μεγαλόπρεπα, πάνω απ' τα χώματα και τα νερά, τα χόρτα, τα ζούδια, τις φιγούρες. Πάνω από των λόγων τη μουσική και το λάξευμα, στην ανάρια λάμψη των οριζόντων.
Μάρω Στασινοπούλου
-Οδός Πανός-

ΜΕ ΤΟ ΒΟΡΙΑ
Βοριάς είν' η αγάπη σου
και ποιος θα με γλιτώσει
νοτιάς φυσάει τα χείλη σου
και τα 'χω πελαγώσει
Με αγαπάς σε αγαπώ
στο μαύρο κύμα πάνω
με το νοτιά σ' αναζητώ
με το βοριά σε χάνω
Γιώργος Ζαμπέτας
Ετικέτες άνεμοι
Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2007
55 ~ οι άνεμοι, i
Στα γοργά τα πλοία, οι άνεμοι,
στα βάθη του πελάγου,
ανοίγουν δρόμους.
Ευριπίδης
*μτφ: Κωνσταντίνος Τσάτσος

ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Να 'ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβεί στα χάη,
και σένα του καπέλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.
Και να 'ν' σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά,
για άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα - με γυάλινα πανιά- πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
όξ' απ' τον κύκλο των νερών - στα χάη.
Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ' από τόπους και καιρούς έως ότου -φως μου-
καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί-
βγούμε απ' την τρικυμία του κόσμου...
Γιάννης Σκαρίμπας

H AΡΧΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ
"Το κορμί της νύχτας" είπε, και πρόσθεσα: "είναι σπίτι
για τις πληγές και τις ημέρες τους..." Αρχίσαμε
καταπώς αρχινά η αυγή, να μπαίνουμε στο χώρο της σκιάς
τα όνειρά μας σμίγουν
καθώς ο ήλιος ανοίγει τους ανθούς του: "Θα έρθει
αφρός που θα καλύπτεται από θάλασσα"-
Πλησιάζαμε τα όριά μας...................σηκωθήκαμε
κοιτάζοντας προς τον άνεμο που έσβηνε τα ίχνη μας, ψυθυρίσαμε πως
θα επαναλάβουμε τις συναντήσεις μας,
και χωριστήκαμε...
Άδωνης [Αli Ahmad Said]
-Οι αναλογίες και οι αρχές-
*μτφ: Eλένη Κονδύλη-Μπασούκου

ΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ
Ο άνεμος λυσσάει στη λεωφόρο. Τα δέντρα σκύβουν και λυγίζουν, πότε απ' τη μια, πότε απ' την άλλη. Αχτίδες φεγγαριού βουτάνε και ξεχύνονται με δύναμη στη βροχή. Μα η αχτίδα της λάμπας πέφτει κατευθείαν από το παράθυρο. Το κερί καίει, άκαμπτο και ακίνητο. Περιπλανώμενο μέσα στο σπίτι, ανοίγοντας τα παράθυρα, ψιθυρίζοντας για να μη μας ξυπνήσει, το στοιχειωμένο ζευγάρι αναζητά τη χαρά του.
«Εδώ κοιμόμασταν» λέει αυτή. Κι αυτός προσθέτει: «Αμέτρητα φιλιά». «Πρωινό ξύπνημα — » «Ασήμι ανάμεσα στα δέντρα —» «Επάνω —» «Στον κήπο — «Όταν ερχόταν το καλοκαίρι —» «Όταν χιόνιζε το χειμώνα —» Οι πόρτες συνεχίζουν να κλείνουν μακριά, χτυπώντας ελαφρά σαν τον παλμό μιας καρδιάς.
Πλησιάζουν· σταματούν στην είσοδο. Ο άνεμος κοπάζει, η βροχή γλιστρά ασημένια πάνω στο τζάμι. Τα μάτια μας σκοτεινιάζουν· δεν ακούμε βήματα δίπλα μας· δε βλέπουμε καμιά κυρία να απλώνει το στοιχειωμένο μανδύα της. Τα χέρια του προστατεύουν το φανάρι. «Κοίτα!» μουρμουρίζει. «Κοιμούνται βαθιά. Ο έρωτας φωλιάζει στα χείλη τους».
Virginia Woolf
-Ένα στοιχειωμένο σπίτι και άλλα διηγήματα -
*μτφ: Αλεξάνδρα Παναγή

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ
Μεσ' στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
Θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω
Είσαι νοτιάς κι εγώ πουλί χαμένο
εκεί που θέλεις με πηγαίνεις, με πετάς
Είσαι βοριάς, παγώνεις τα φτερά μου
κι ύστερα μ' ένα φιλί ψηλά με πας
Ελένη Καραΐνδρου / Αρλέτα
Ετικέτες άνεμοι










