παρα-κείμενα

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 27, 2011

186 ~ τσιγάρα, vi


Gary Cooper

Πώς με περίμενες με το τσιγάρο
Σαν φράση μουσική στα χείλη

Ζέφη Δαράκη


- ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

το ξέρω
αλλά τη νύχτα και μπροστά στη θάλασσα
επίσης σοβαρά ωφελεί την προσευχή
γιατί ο καπνός, ωχρός λαθρεπιβάτης
παίρνει το λεωφορείο των σύννεφων
κι όταν εκείνο κάνει στάση στο Θεό

α, τότε θα μ' αναγνωρίσει - δε μπορεί
απ' το άφιλτρο του λάρυγγα
από το μπλέντετ των πνευμόνων
από τη δυσωδία των σωθικών
αφού δεν αρκεί φαίνεται
μέσα στο απόλυτο σκοτάδι
μια τόση δα μικρούλα καύτρα
που επιμένει.

Γιάννης Βαρβέρης
-Ο κύριος Φογκ-


Βήματα

...
ω θεέ είναι υπέροχο
να σηκώνομαι απ' το κρεβάτι
και να πίνω τόσο πολύ καφέ
και να καπνίζω τόσα πολλά τσιγάρα
και να σ' αγαπώ τόσο πολύ.

Frank O'Hara
μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
-Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα-


ΦΑΡΜΑΚΙ

Υπάρχουν φορές που ένα τσιγάρο είναι ακριβώς το μόνο πράγμα για να ξεπεράσεις μια στιγμή. Πιο πολύ κι από ένα δικό σου άνθρωπο, είναι ένα κρυφό, τέλειο φιλαράκι που ξέρει τα πάντα και δείχνει απόλυτη κατανόηση. Καθώς καπνίζεις το κοιτάζεις από ψηλά - χαμογελαστά ή σκυθρωπά, ανάλογα με την περίσταση -, εισπνέεις βαθιά και διώχνεις τον καπνό, ξεφυσώντας αργά. Ήταν μια απ' αυτές τις στιγμές. Περπάτησα μέχρι τη μανόλια και τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά.

Katherine Mansfield
μτφ: Λίζα Σαμλόγλου
-Κάτι παιδιάστικο μα τόσο φυσικό-



Ο ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Κρυστάλλινα τα πόδια σου και κρύσταλλα καπνίζεις
με χιόνι στα παπούτσια σου και χιόνι το παλτό
τη στάχτη του τσιγάρου σου στα χέρια μου αγγίζεις
μα εγώ μετρώ τι μου ζητάς και πόσα σου χρωστώ

Ντυμένος Άμλετ στη βροχή γυρνώ στην επαρχία
ζητώ να βρω ποιος μου 'δωσε τσιγάρο μια στιγμή
ποιος άγνωστος με πίστεψε πως θα 'ναι επιτυχία
χωρίς εμένα αν παιχτεί το έργο στη σκηνή

θάνος Μικρούτσικος / Μάνος Ελευθερίου

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2009

143 ~ τσιγάρα, v


Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι να τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα


Γιάννης Ρίτσος



ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ

... ...
Δεν αντέχω - είπε-
τόση ομορφιά και τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θα βγω στον άσπρο εξώστη
να καπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά
τη θέα της Ρώμης, βλέποντας κάτω μεγάλα λεωφορεία
ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στα προπύλαια του Μουσείου,
σπάζοντας με τα δυο μου δάχτυλα μέσα στην τσέπη του
παντελονιού μου
ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σαν να σπάζω
όλους τους ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες
επιθυμίες.

Γιάννης Ρίτσος


ΤΟ ΣΤΑΧΤΟΔΟΧΕΙΟ

θα μπορούσες να γράψεις μια ιστορία γι' αυτό
το σταχτοδοχείο, για παράδειγμα, καi για έναν άντρα
και μια
γυναίκα. Όμως ο άντρας και η
γυναίκα αποτελούν
πάντοτε τους δύο πόλους της
ιστορίας σου.
Τον Βόρειο πόλο και τον Νότιο.
Κάθε
Ιστορία έχει αυτούς τους δύο πόλους - αυτόν
και αυτήν.
Α. Π. Τσέχωφ


Βρίσκονται μόνοι στο τραπέζι της κουζίνας
στο διαμέρισμα της
φίλης της. Θα είναι μόνοι για
άλλη μια ώρα, και μετά
η φίλη της θα επιστρέψει. Έξω,
βρέxει -
η βροxή πέφτει σαν
βελόνες, λιώνοντας το xιόνι
της προηγούμενης εβδομάδας. Καπνίζουν και xρησιμοποιούν
το σταxτοδοχείο... Ίσως
μόνο ο ένας τους καπνίζει...
Αυτός καπνίζει! Δε
βαριέσαι. Τέλος πάντων, το σταxτοδοχείο γεμίζει
μέχρι πάνω με
τσιγάρα και στάxτες.

Είναι έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάμα ανά
πάσα στιγμή.
Να τον παρακαλέσει, στην πραγματικότητα,
αν και είναι περήφανη
Και ποτέ δεν έχει ζητήσει τίποτε
στη ζωή της.
Εκείνος βλέπει τι θα ακολουθήσει,
αναγνωρίζει τα σημάδια -
έναν κόμπο στο λαιμό καθώς φέρνει
τα δάχτυλά της
στο μενταγιόν, αυτό που της άφησε
η μητέρα της.
Σπρώχνει πίσω την καρέκλα του, σηκώνεται
πηγαίνει στο παράθυρο... Εύχεται να
ήταν αύριο κι αυτός
να ήταν στους αγώνες. Εύχεται να
περπατούσε έξω
χρησιμοποιώντας την ομπρέλα του... Ισιώνει ι
το μουστάκι του
και εύχεται να ήταν οπουδήποτε αλλού
εκτός από εδώ. Όμως
δεν έχει και άλλη επιλογή σχετικά με αυτό
το θέμα. Πρέπει να
δείξει καλή διάθεση για
Αλίμονο, δεν είχε πρόθεση
να γίνουν έτσι τα πράγματα. Όμως ή θα βουλιάξεις ή θα κολυμπήσεις
τώρα. Μια λάθος
κίνηση και κινδυνεύει να χάσει τη
φίλη του, επίσης.

Η ανάσα της ηρεμεί. Τον παρατηρεί
όμως
δεν λέει τίποτα. Ξέρει
ή νομίζει πως
ξέρει, πού οδηγεί αυτό. Περνά
το χέρι
πάνω από τα μάτια της, σκύβει μπροστά και
ακουμπά το κεφάλι στα χέρια. Το έχει κάνει
αρκετές φορές
πριν, όμως δεν έχει ιδέα πως είναι
κάτι
πού τον εξοργίζει. Κοιτά
αλλού και τρίζει
τα δόντια του. Ανάβει τσιγάρο,
σβήνει
το σπίρτο, στέκεται λίγο παραπάνω
στο παράθυρο.

Έπειτα ξαναπηγαίνει στο τραπέζι και
κάθεται
αναστενάζοντας. Πετά το
σπίρτο στο σταχτοδοχείο.
Αυτή τεντώνεται για να φτάσει το χέρι του, και αυτός
την αφήνει
να το πιάσει. Γιατί όχι; Πού είναι το κακό;
Άσ' την. Είναι αποφασισμένος. Καλύπτει
τα δάχτυλα του με τα φιλιά της, δάκρυα πέφτουν
στον καρπό του.
Ρουφά το τσιγάρο του και
την κοιτά
όπως κάποιος θα κοιτούσε
αδιάφορα
ένα σύννεφο, ένα δέντρο, ή ένα xωράφι με βρώμη
το ηλιοβασίλεμα.
Μισοκλείνει τα μάτια από τον
καπνό. Ανά στιγμές
xρησιμοποιεί το σταxτοδοχείο καθώς
την περιμένει
να σταματήσει να κλαίει.

Raymond Carver
- Ποίηση, τ.30-
*μτφ: Μαρία Φακίνου



ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΥ ΠΑΘΟΥΣ

Όταν την πρωτοείδα έμεινα κυριολεκτικά έκθαμβος. Είχε κάτι το έντονο πάνω της που συνειρμικά έφερνε στο μυαλό μου εκείνες τις μοιραίες γυναίκες της εποχής του μεσοπολέμου. Μία εποχή που δυστυχώς δεν έτυχε να γνωρίσω ποτέ, γιατί απλώς γεννήθηκα πολύ αργότερα. Ωστόσο τις λάγνες αυτές γυναίκες τις λάτρεψα μέσα από τις ασπρόμαυρες ταινίες του παλιού αμερικάνικου σινεμά. Μαλλιά χρυσαφένια με μπούκλες κυματιστές, χείλη μικρά υγρά, βαμμένα με το κόκκινο της φωτιάς. Μάτια μισόκλειστα με τα φρύδια ψηλά τραβηγμένα όλο νόημα και μυστήριο. Το κεφάλι ανάλαφρα γυρτό στο πλάι λες και σε προκαλεί «αθώα» να το χαϊδέψεις, όσο πιο τρυφερά γίνεται.

Aπό κείνη τη μοιραία στιγμή που την πρωτοσυνάντησα έγινα ο παθιασμένος και αποκλειστικός -έτσι τουλάχιστον πίστευα τότε- σκλάβος και ευνούχος της. Δεν πέρασε ούτε μια μέρα δίχως να την κάνω δική μου. Το όνομα της μ' έκανε τρελό από πάθος κι όταν την έπιανα στα χέρια μου κυριολεκτικά την ρουφούσα μέχρι το βάθος του είναι μου. Τις νύχτες που αυτή μού έλειπε, δεν υπήρξε δρόμος που να μην τον είχα διαβεί, γωνιά που να μην έψαξα αναζητώντας την. Ευτυχώς όμως που πάντοτε την ξανάβρισκα μετανιωμένη, γεμάτη υποσχέσεις και ίσως περισσότερο τρυφερή από ποτέ άλλοτε και τότε ήταν που την έπαιρνα αγκαλιά κι έτρεχα στην ερωτική μας φωλιά ξεσχίζοντας με πάθος τα νάιλον ρούχα της και ρουφώντας κάθε μόριο του σώματος της.

Στο πέρασμα όμως του χρόνου -όπως κάθε άλλη παθιασμένη ερωτική ιστορία- έτσι κι αυτή έμελε να πάρει ένα τραγικό τέλος κι αυτός που έκανε το πρώτο βήμα της απιστίας ήμουνα εγώ! Η τέλεια ομορφιά της, το επικίνδυνο άρωμα της έγιναν μια μονότονη συνήθεια. Έπαψε πια να μ' ευχαριστεί ακόμη κι αυτή η παρουσία της σε σημείο μάλιστα που να υποφέρω από δυνατό βήχα και κάψιμο στη γλώσσα. Τότε ήταν που άρχισα να φέρομαι παράξενα κι αφύσικα. Τα κτηνώδη ένστικτά μου βγήκανε στην επιφάνεια. Άφησα λοιπόν την όμορφη και απαρηγόρητη SΑΝΤΕ, αυτό ήταν το όνομα της, κι ας μην σας φανεί ψέμα, σήμερα ζω συντροφιά με μια εξωτική μικρή αιγυπτιακή καμήλα. Η CAMEL λοιπόν στο μόνο που θυμίζει την παλιά μου ερωμένη είναι πως κι αυτή δεν έχει φίλτρο και βλάπτει όπως και η άλλη σοβαρά την υγεία μου.

Σάκης Π. Αραμπατζής
-Γιατί, τ. 202-



ΤΑ ΚΑΝΤΗΛΙΑ

Μ' ένα εικοσιδύο μπλε
τρυπάω του χρόνου το φιλέ
τρυπάω τα δίχτυα
καπνούς ανάσες και φιλιά
τη νύχτα παίρνω αγκαλιά
κερνάω ξενύχτια

Κι αφού δεν έχω κουραστεί
να σε κυττάω στην κουπαστή
εικοσιδύο
μωρά κι οι δυο μας στα νερά
περάσαν κύματα αλμυρά
σαρανταδύο


Σταμάτης Κραουνάκης / Λίνα Νικολακοπούλου
(με τους δυο τους)


...κι άλλα τσιγάρα

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

135 ~ τσιγάρα iv



Σταμάτα μου την αστραπή
ν' ανάψω ένα τσιγάρο
Και πες του σύννεφου να πει
πως θα 'ρθω να σε πάρω


Οδυσσέας Ελύτης



ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ 2

Σε ακούω από μακριά, μέσα από το βάθος ενός κοχυλιού.
Στην πιο γλυκιά γωνιά του σπιτιού μου, σε φέρνω, και σαν διάττοντας αστέρας, καλύπτεις το ημερολόγιο των εποχών.
Άλλες φορές έρχεσαι στον καφέ της Κυριακής, και ξεφυλλίζεις πρωινές εφημερίδες.
Το ξέρω ότι λαγοκοιμάσαι, αλλά καταφέρνω να σε ανταμώνω, σε μια δροσοσταλίδα, στο μπαλκόνι με τα λούλουδα και τον καπνό του τσιγάρου.
Όμως τα βράδια, γίνεσαι φεγγίτης, κρασί, πατημασιά και ιδρώτας.
Το μέσα πρόσωπο που λάμπει.

Παίζουμε την οδύνη μέσα σε δυο πακέτα τσιγάρα ολοκαίνουργια

Μανόλης Αναγνωστάκης


ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ

Όχι καπνός χωρίς εσένα, φωτιά μου.
Μετά που έφυγες,
το τσιγάρο σου έμεινε να καίει στο τασάκι μου
και να σχηματίζει νήματα από καπνό ενός τόσο διακριτικού γκρίζου...
Χαμογέλασα στη σκέψη ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι είναι σινιάλο
τόσης αγάπης.Ένα τσιγάρο
στο τασάκι του άκαπνου.
Καθώς τρεμοσβήνει η τελευταία κάφτρα
φυσά ένα ξαφνικό ρεύμα
κι ο καπνός τυλίγει το πρόσωπό μου
Είναι μυρωδιά; είναι γεύση;
Eίσαι ξανά εδώ, και μεθάω με τα χείλη σου
που έχουν τη μυρωδιά του καπνού
Άσε τον καπνό να ξαναγυρίσει στο σκοτάδι.
Μέχρι που ν' ακούσω την τελευταία στάχτη
να πέφτει ανάμεσα στα μπρούτζινα λουλούδια
θ' ανασαίνω, και πολύ μετά τα μεσάνυχτα, το τελευταίο φιλί σου.

Edwin Morgan
*μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου



ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΚΑΦΤΡΑΣ

Γράφοντας για το κάπνισμα μπορεί κανείς να μιλήσει για όλες σχεδόν τις μεταφορές, για τις ματαιωμένες πράξεις, για τη νευρικότητα της αναμονής και την αναστολή του χρόνου, για το ύφος και τις ψυχικές αποχρώσεις, τη ζωή του που καίγεται και γίνεται καπνός, το σκοτεινό τοπίο του ασυνείδητου πίσω από το γκριζογάλανο συννεφάκι του καπνού, για την ερωμένη του που έρχεται μέσα από τους καπνούς, το κόκκινο φως της κάφτρας στο απόλυτο σκοτάδι, σημαδούρα της αφάνειας, των υπαινιγμών και της φαντασίας. Μπορείς να καπνίζεις με μελοδραματικό πάθος, να δαγκώνεις την άκρη του φίλτρου με οργή, να παίζεις με το πακέτο γεωμετρώντας τη διάρκεια, να αφήνεσαι και να επανέρχεσαι. Μπορείς να είσαι ο εαυτός σου και ταυτοχρόνως κάποιος άλλος, να προεκτείνεις την ανάσα σου, να φτιάχνεις και να διαλύεις εικόνες στα όρια της γαλήνης και της καταστροφής, με άλλα λόγια: να γυρίζεις ανάποδα εκείνο που αποκαλούμε ψυχικό τοπίο.

Αναστάσης Βιστωνίτης
-SΑΝΤÉ, 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο-



ΤΡΕΛΛΑΙΝΟΜΑΙ

Με πιάνει ένας έρωτας, μια μαύρη επιθυμία
η αποκλειστικότητα και ο εγωισμός
κι αναρωτιέμαι άραγε σε ποια παρανομία
σε ποια πραγματικότητα αντέχει ένας δεσμός

Με πιάνει ένας έρωτας την Κυριακή το βράδυ
κι όπως τα προποτζίδικα έτσι κι εγώ καρδιά
απ' τα ετοιματζίδικα σουξέ μεσ’ το σκοτάδι,
θ' ανάψω τα τσιγάρα μου, δεν θέλω τσιμουδιά

Σταμάτης Κραουνάκης
με τον Κώστα Μακεδόνα

Ετικέτες ,

permalink σχoλια: 4 ...

Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2009

127 ~ τσιγάρα, iii



Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα
τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα,
λησμονημένο στο τασάκι,
ενώ αναπολώ τις γυναίκες που αγάπησα.

Ηλίας Πετρόπουλος



Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑΜΕ

Δεν ήσαν περαστικοί κομήτες
ούτε καν στιγμιαίοι διάττοντες
τ' αστέρια που ονειρευτήκαμε —
το πολύ κάφτρες μέσα στη νύχτα
απ' τα τσιγάρα που τινάζαμε
κι η πύρινη τροχιά τους
μόλις που πρόφταινε να λάμψει.
Αυτό το λίγο ήταν που γέμιζε τη ζωή μας
κι αν κάποτε μιλούσαμε για θάνατο
με σιγουριά τον βάζαμε γι' αργότερα.

Τίτος Πατρίκιος
-Το Δέντρο, τ.157/158-



ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ

να με θυμάσαι
να με θυμασαι κάθε μέρα όταν βγαίνει ο ήλιος
όταν έρχεται το αεράκι απ' τον τόπο μου στον δικό σου
όταν βλέπεις κάποιον που μου μοιάζει
κάθε φορά που ανάβεις τσιγάρο

...και μη με ξεχνάς
μη με ξεχνάς
όταν πάψει να φυσάει
κι όταν τελειώνεις το τσιγάρο σου...

Hazem Al Jaber


Η ΘΕΛΞΙΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΕΤΟΥ

...είναι χρόνια που συνέβη - μπήκα σ' ένα τρόλλεϋ χωρίς να έχω το αντίτιμο του εισιτηρίου που ρίχναμε, τότε, σ' ένα κουτί δίπλα στον οδηγό. Την τελευταία στιγμή αντιλήφθηκα πώς δεν είχα το πορτοφόλι μαζί μου, δεν είχα δραχμή επάνω μου. Λέω του οδηγού: «Ξέχασα το πορτοφόλι μου, ή το 'χασα, έχω μονάχα αυτό (και του δείχνω -πώς μου ήρθε- το κουτί με τα τσιγάρα). Να σας το δώσω να μου κεράσετε την διαδρομή;» (Τι πώς μου ήρθε - σίγουρα έκανα συνειρμό με τα γκαρσόνια του Παρισιού.) Ο οδηγός του τρόλλεϋ χαμογέλασε, μάλλον του άρεσε ή ιδέα, αλλά έβγαλε απ' την τζέπη του τα δικά του τσιγάρα, που ήταν επίσης SANTÉ σκέτα. «Ατόφια μου, εσύ με οδηγείς!» μου είπε κιμπάρικα. «Πέρνα και άραξε.» Μάλιστα, σκέφτηκα, τέτοια τσιγάρα, τέτοια σινιάλα. Και πέρασα βέβαια, κεράστηκα δικαίως την διαδρομή.

Ζυράννα Ζατέλη
-SANTÉ, 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο-



ΤΑ ΚΑΡΕΛΙΑ

Κάπνιζες Καρέλια στη σκάλα
σήμερα θυμήθηκα κι άλλα
........
Τ άσπρο κεντημένο σεντόνι
έγινε πανί για τη σκόνη
κι από τον καινούργιο καθρέφτη
που χω φέρει εδώ
θα 'βλεπες τον ήλιο να πέφτει
όπως βλέπω εγώ
το παλιό μου εγώ
να λέει στο φταίχτη

Θυμάμαι...
τίποτα δεν άξιζε να πάμε
Τίποτα απ' τα πράγματα που τώρα
μ' έκανε η ζωή να μπορώ
να τα λέω για δώρα

Θυμάσαι...
Ώρα σου καλή όπου και να σαι
Τίποτα δεν βρήκαμε ν' αξίζει
κι άφησε τη μνήμη ο καιρός
να το συνεχίζει...

Νίκος Αντύπας / Λίνα Νικολακοπούλου
(με την Χάρι Αλεξίου)

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Τρίτη, Μαΐου 20, 2008

102 ~ τσιγάρα, ii



Σώζομαι, αν σώζομαι τελικά, χάρη σε κάποιες τέχνες
ταπεινές που ξέρω: του τσιγάρου, του ξενυχτιού,
της νοσταλγίας και της αθανασίας τόσων
ωραίων πραγμάτων που περνάνε απαρατήρητα...


Θωμάς Γκόρπας




Τ' αστέρια που ονειρευτήκαμε
Δεν ήσαν περαστικοί κομήτες
ούτε καν στιγμιαίοι διάττοντες
τ' αστέρια που ονειρευτήκαμε —
το πολύ κάφτρες μέσα στη νύχτα
απ' τα τσιγάρα που τινάζαμε
κι η πύρινη τροχιά τους
μόλις που πρόφταινε να λάμψει.
Αυτό το λίγο ήταν που γέμιζε τη ζωή μας
κι αν κάποτε μιλούσαμε για θάνατο
με σιγουριά τον βάζαμε γι' αργότερα.

Τίτος Πατρίκιος
-Το Δέντρο, τ.157/158-



ΕΚΟΨΑ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Kάνω νευρικές κινήσεις με τα νύχια μου
ο αέρας του Νοέμβρη τα έχει μουδιάσει αρκετά
έτσι που ένα μικρό τσίμπημα
(εδώ κι εκεί)
δεν θα πονέσει τη ρόδινη σάρκα κάτω τους
Μη γκρινιάζεις...
από τότε που δεν μπορώ να σ' αγγίξω
κάπως πρέπει ν' απασχολώ τον εαυτό μου.

Έκοψα το τσιγάρο
μα κράτησα τον παλιό πράσινο αναπτήρα σου
για να μου θυμίζει τη γεύση.
Υποθέτω πως όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας
Οι δικές σου, προφανώς, δεν με περιλαμβάνουν
...

Bobbie Jean Wright
*μτφ: Ιωάννα Μοάτσου - Στρατηγοπούλου



ΤΣΙΓΑΡΑΚΙ

...και τι, ομολογουμένως, δε μου χάρισε. Τη γλύκα και το νόημα του καφέ; Την ομορφιά του μετά το φαγητό, τη συντροφιά του στη στενοχώρια, τη συμπαράστασή του στο ξενύχτι, την καθαρότητα στη σκέψη, την αχλύ με την οποία τύλιξε πρόσωπα, σχέσεις και πράγματα, την γλυκιά "προκαταρκτική" εκείνη "πολιορκία" καθώς το χτυπούσα (άφιλτρο πάντα) στο νύχι του μεγάλου δαχτύλου προτού το καπνίσω, την ερωτική αίσθησή του στα φλεγόμενα χείλη, τους δρόμους του τότε, τον καθρέφτη και το ξανθό μου χνουδάκι στη θέση του μουστακιού, την θεσπέσια εκείνη παρθένα ονειρική διέγερσή μου
...
τι ομολογουμένως και τελοσπάντων δεν μου χάρισε, έτσι που για πάντα, για πάντα να το θυμάμαι το τσιγάρο, και τώρα πια που δεν γίνεται και το έχω κόψει, δεκαετίες δύο το έχω κόψει, με τρόπο να πλησιάζω εκείνους που συνεχίζουν και κρυφά να μυρίζω τον καπνό τους, όπως ο ξενητεμένος σε μεγάλους σταθμούς όπου πατριωτάκια πλησιάζει για να μυρίσει, για να μυρίσει πατρίδα.

Γιώργος Μαρκόπουλος
-η λέξη, τ. 153-


ΤΡΙΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΧΡΟΝΟ

Τρεις μήνες το φθινόπωρο, κι άντεξες έναν μόνο
προτού να φύγεις, μου 'δωσες τρία τσιγάρα χρόνο

Εγώ για το χατίρι σου άκαπνος δε θα μείνω
όταν σε συλλογίζομαι, τρία τσιγάρα πίνω

Αν ήξερα πως θα 'φευγες, θα 'κρυβα τα πακέτα
να μη γελούν τον πόνο μου, τρία τσιγάρα σκέτα

Παντελής Θαλασσινός / Λίτσα Μπεσκάκη
(με τον Παντελή Θαλασσινό)

Ετικέτες ,

permalink σχoλια: 4 ...

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 14, 2007

78 ~ τσιγάρα, i


Οι περισσότερες μνήμες μας τελείωσαν το πρωί
δίπλα σε αποκοιμισμένα σώματα και ξεχασμένα τσιγάρα.

Γιώργος Χρονάς


ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

Το δωμάτιό μου στο σχήμα ενός κλουβιού,
Ο ήλιος απλώνει το χέρι του στο παράθυρο,
Εγώ όμως που θέλω να καπνίσω φτιάχνοντας αυταπάτες
Ανάβω το τσιγάρο μου με το φως της μέρας
Δε θέλω να ταξιδέψω, θέλω να καπνίσω.

Guillaume Apollinaire
* απόδοση: Μαρία Φραγκούλη
-Το Δέντρο, τ.147/148-


ΣΑΡΚΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ
...
Κάτσε, λοιπόν αντικρυστά μου΄
θέλω να βλέπω κατάμονος την κλίση των γονάτων σου και να
καπνίζω
ώσπου να πέσει η νύχτα μυστική και πάνω απ' το κρεβάτι μας να
στυλωθει μαγνητισμένο
ένα ρεμπέτικο φεγγάρι Σαββατόβραδο μ' ένα βιολί, κλαρίνο και
σαντούρι.

Γιάννης Ρίτσος
-Τα ερωτικά-

ΣΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Ένα τσιγάρο ακόμα και φεύγουμε. Το σταχτοδοχείο γέμιζε κι ο ευγενής σερβιτόρος το άλλαζε κάθε τόσο. Κανείς τους δεν ήθελε να φύγει και όταν σταμάτησε η βροχή το τσιγάρο έγινε το νέο τους άλλοθι. Δεν ήταν πως δεν χόρταινε ο ένας τον άλλον, ήταν που ήθελαν να καπνίσουν ένα τσιγάρο ακόμα. Ούτε πως τρόμαζαν, το ίδιο κι οι δυο, στη σκέψη πως η πιθανότητα να ξανασυναντηθούν τυχαία ήταν σχεδόν μηδενική. Κι άλλο ένα κι ένα ακόμα. Οι πλάκες του στενού πεζόδρομου είχαν κιόλας στεγνώσει και το πακέτο του Τίμου είχε τελειώσει από ώρα. Τώρα μοιράζονταν τα δικά της, που όπου να 'ναι θα τέλειωναν κι αυτά. Μαζί με τα τσιγάρα θα τέλειωναν και τα ψέμματα. Πήρε το προτελευταίο και έτεινε το πακέτο στον Τίμο. Το τελευταίο δικό σου, του είπε. Με αργές κινήσεις άναψε το δικό της και μέσα της ευχήθηκε να μην τελειώσει ποτέ.

Μισή ώρα αργότερα, ψάχνοντας το κλειδί μέσα στην τσάντα της, ένιωσε ένα δυνατό τσούξιμο στο χέρι. Το τράβηξε απότομα και τότε είδε την πληγή από το κάψιμο ανάμεσα στο μεσαίο δάχτυλο και τον αντίχειρα.

Ιωάννα Μοάτσου - Στρατηγοπούλου
- Εφτά τραγούδια θα σου πω -



ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΒΑΡΥ

Οι κουρτίνες κλειστές
στο δωμάτιο σκιές.
(Στο δωμάτιο σκιές
μαύροι κύκλοι σε κρύσταλλα μάτια)


Με πονάει που με θες
οι φωνές δυνατές.
(Οι φωνές δυνατές
αγωνία, στην άμμο παλάτια)


Στο δωμάτιο σκιές
μαύροι κύκλοι σε κρύσταλλα μάτια

Το τσιγάρο βαρύ,
ποιος να πει, τι να πει
(Το τσιγάρο βαρύ,
βιαστικά θα ντυθώ και θα φύγω)


Με μια στάλα ντροπή
στο φευγάτο φιλί
(Με μια στάλα ντροπή,
σ’ αγαπώ που μ’ αγάπησες λίγο)


Το τσιγάρο βαρύ,
βιαστικά θα ντυθώ και θα φύγω

(Δεν ακούω τι λές...
Σε πληγώνει και κλαις -
πυρετός η στιγμή που απομένει)


Λαυρέντης Μαχαιρίτσας / Λίνα Δημοπούλου
(με την Μελίνα Ασλανίδου)

Ετικέτες ,

permalink σχoλια: 0 ...