παρα-κείμενα

Κυριακή, Μαρτίου 17, 2013

217 ~ τραίνα, iii



Τραίνα σκορπούν στα πέρατα από παντού
ακούγονται αβέβαιες ανάσες.

Στα ραγδαία βαγόνια της συντριβής
οι χλωμοί επιβάτες του μοιραίου λάθους
διασχίζουν το γκρίζο μάταιων περιοχών.

Κυριάκος Ευθυμίου
-Εντευκτήριο τχ. 97-


ΣΕΛΗΝΗ 20 ΗΜΕΡΩΝ

...
Θυμάμαι κάποτε
που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια
ή στο πάρκο νύχτες...

Τάσος Λειβαδίτης
-Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα-


ΩΔΗ

...
Δώσε μου, ω Orient-Express, Sud-Brenner-Bahn, δώστε μου
τους θαυμαστούς υπόκωφους θορύβους σας
και τις παλλόμενες γοητευτικές φωνές σας
δώστε μου την εύκολην κι ανάλαφρην ανάσα
των υψηλών οστεώδικων ατμομηχανών με τις άνετες κινήσεις
των ατμομηχανών που γοργές
χωρίς καμιά προσπάθεια σέρνουν πίσω τους τέσσερα βαγόνια κίτρινα με γράμματα χρυσά
μέσ' στις βουνίσιες ερημιές της Σερβίας
και πιο μακριά μέσα στο πλήθος των βουλγαρικών ροδώνων...

Α τούτοι οι θόρυβοι και τούτη η κίνηση
πρέπει να μπούνε στα τραγούδια μου και να ιστορούν
για μένα, για τη ζωή μου την ανέκφραστη, την παιδική μου ζωή
που πια δε θέλει τίποτα να ξέρει, μόνο
σ' αβέβαια πράγματα παντοτινά να ελπίζει.

Valery Larbaud
*μτφ: Τάκης Σινόπουλος
-Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία-
(Ανθολόγιο μεταφράσεων για την Β' Ενιαίου Λυκείου)


ΟΙ ΣΥΜΠΑΙΧΤΕΣ

Ο Νούσης πηγαίνει στο σταθμό και βγάζει δύο εισιτήρια για τη Θεσσαλονίκη.
- Με το «Ακρόπολις-Εξπρές»... Κουσέτες, παρακαλώ.
- Θα σας κόψω μέχρι το Μόναχο· εκεί θα πρέπει να ρωτήσετε για κουσέτες. Θα φτάσετε στις 7.30' αύριο το πρωί, το «Ακρόπολις» φεύγει στις οχτώ, έχετε μισή ώρα καιρό.

... ...
Κοιτάζει το ρολόι του τοίχου. Σε λίγα λεπτά θα είναι δέκα· το τρένο φεύγει μετά τα μεσάνυχτα, απομένουν λοιπόν δυομισι ώρες για να τελειώνει με όλα. Κλειδώνει τη βαλίτσα σε ένα ντουλάπι του σταθμού και τρέχοντας κατεβαίνει στο υπόγειο και παίρνει το τρένο για το κέντρο της πόλης.

Αντώνης Σουρούνης
-Οι συμπαίχτες-


ΕΧΑΣΕΣ ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ

Έφυγες να πας να βρεις αγάπη άλλη
μα στο δρόμο ξέμεινες κι ήρθες πίσω πάλι.

Της αγάπης τ' άστρα είναι πια σβησμένα
Έχασες το τρένο, έχασες κι εμένα.
... ... ...

Γιώργος Ζαμπέτας / Διονύσης Τζεφρώνης
- με τον Παναγιώτη Αστεριάδη και την Φωτεινή Βελεσιώτου
- με τον Δημήτρη Κοντολάζο και τον συνθέτη

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 23, 2010

170 - τραίνα, ii



Θυμήσου το μακρινό σφύριγμα του τραίνου

Tη φωτεινή αναχώρηση
Που έζησες μονάχα στ' όνειρό σου


Τάκης Βαρβιτσιώτης (σήμερα)

-Gedichte-

ΟΠΟΙΟΣ ΔΕ ΣΠΕΥΔΕΙ
ΣΤΙΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
AΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ


Πόσες φορές δεν το φαντάστηκες — κατεβαίνεις απ' το τρένο
βράδυ, υγρό φθινόπωρο, οι ανάσες ήδη ορατές,
φωτεινοί κύκλοι γύρω απ' τις λάμπες του σταθμού
ιριδίζουν, πυκνότερες οι σταλαγματιές χλομού μακρινού φωτός στα χνοτισμένα παράθυρα του εφημεριδοπώλη και της καντίνας.
Οι αποσκευές σου μάλλον απλώς συμβολικές, κι αν μοιάζει το περιεχόμενο τους η σκοπιμότητα να σύναξε,
αληθινά δεν ήταν τίποτε άλλο από αυστηρότητα απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό:
ώστε να μη βρίσκεις απ' τις πρώτες ήδη μέρες υπεκφυγές,
δεν πήρες τάχα μαζί το αποσμητικό, πως λείπει το ψαλίδι των νυχιών
ή πως δεν έχεις αρκετά ζευγάρια κάλτσες.
Και φυσικά είσαι μόνος και κανείς δε σε περιμένει.
... ...

Sándor Tatár
*μτφ: Έλενα Νούσια
-Η κοινή μας φούγκα-



ΠΡΩΙ ΘΟΛΟ

Πρωί θολό... Μοναχή
για το τραίνο κινούσες.
Ευωδιάζει η εξοχή -
ψιλή πέφτει βροχή
στο πλεχτό που φορούσες.

Ήταν τότε που ζούσα
συντροφιά με τις Μούσες.
Ούτ' εγώ σε ποθούσα
μήτ' εσύ μ' αγαπούσες.
Μα τα πάντα μπορούσες...

Στέκει λίγο η βροχή
στο σταθμό σα φανής.
Μα δεν είναι ψυχή...
Έτσι, οι δυο μοναχοί,
δίχως άλλος κανείς...

Νευρικά περπατάς
και δειλά με κοιτάς
πάντ' αμίλητη... Πρώτα -
ω!, μη εμένα ρωτάς,
μα τα νιάτα σου ρώτα!

Ευωδιάζει η εξοχή..-
μια γλυκειά απαντοχή
και τους δυο μας τυλίγει.
Περασμένη εποχή
που για πάντα έχει φύγει!

Μα το τραίνο σιμώνει...
Σαν αθέλητα, να,
στο ίδιο πάμε βαγόνι..-
και μια μπόρα αρχινά
που όλα γύρω θαμπώνει...

Ρήγας Γκόλφης
-Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας-



ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Όταν ξύπνησε, το τρένο έμπαινε στο τελευταίο τούνελ. Ένα τελευταίο σφύριγμα δυναμώνει αντανακλώντας πάνω στους μαύρους τοίχους, πληγώνοντας τα αυτιά, που τα νόμιζες πια άτρωτα από οποιαδήποτε επίθεση. Κοιτάχτηκε στο παράθυρο: και το τζάμι του επέστρεψε την εικόνα του προσώπου του: «Αυτό είναι, λοιπόν, το τέλος του ταξιδιού; Ένα πρόσωπο που σμίγει με το δικό μου, που με κοιτάζει σαν να ήμουν ξένος, σαν να επιθυμούσε να με διώξει έξω από τον εαυτό μου;» Προσπάθησε να ξυπνήσει τον απέναντι συνταξιδιώτη. «Σε λίγο θα φτάσουμε!» εκείνος όμως είχε παγιδευτεί άγνωστο σε ποια περιοχή του ονείρου, και το κεφάλι του ταλαντευόταν στο ρυθμό του θορύβου των τροχών, που όλο και ελάττωναν ταχύτητα.

Ξαφνικά, το φως εισέβαλε στο κουπέ. Έβγαινε από το τούνελ -- και έμπαινε κιόλας στην άλλη πλευρά του βουνού. Το κλίμα του Νότου του επιτέθηκε μ' όλη την ορμή της επιδεικτικής του χαράς, προσφέροντας ένα τοπίο με καλλιεργημένες γωνιές και περιποιημένα σπίτια, αφήνοντας να μαντεύσει κανείς έναν τακτοποιημένο και άνετο κόσμο, όπου δε χωράνε ανησυχίες και φαντάσματα. Μετά το σκηνικό άλλαξε: βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τοίχοι που κρύβουν λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας και ερημωμένες αποθήκες. Μπαίνει στο σταθμό, ενώ όλος ο κόσμος μεταφέρει τις τσάντες στο διάδρομο, στριμώχνεται στις εξόδους αφήνοντας πίσω του τις εντυπώσεις της νύχτας. Τους είδε να πηδάνε στην αποβάθρα, να αγκαλιάζουν τους ανθρώπους που τους περίμεναν, τους οποίους, συμπεραίνοντας από τις φωνές και το κλάμα, είχαν πολύ καιρό να δουν. Αυτό δεν κράτησε πολύ' και σε λίγα λεπτά άδειασε και το κουπέ και η αποβάθρα.

Ξανακοίταξε προς το παράθυρο. Η εικόνα του εξακολουθούσε να είναι εκεί, αν και το τούνελ και η νύχτα είχαν μείνει πίσω. Δίστασε να απαλλαχτεί από κείνη. Τελικά όμως βγήκε και κατευθύνθηκε προς την πόλη, μην ξέροντας πώς να δικαιολογήσει, στον ίδιο τον εαυτό του, μια τέτοια οριστική εγκατάλειψη ενός αναπόσπαστου μέρους του.

Nuno Judice
*μτφ: Μαρία Φερρέιρα
-Ο κήπος του αλφάβητου-



ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

Το κενό τσαλάκωσα, ένα τραίνο τσάκωσα
κι έφυγα ν' αλλάξω περιβάλλον
Οι δικοί μου βρίζανε, κι οι γνωστοί νομίζανε
πως την είχα κάνει μ' έναν άλλον

Μπήκες στο βαγόνι μου, κι όπως ήμουν μόνη μου
βρήκες ευκαιρία να μ' αρέσεις
Πού το πας βρε νήπιο - μια καρδιά ερείπιο
να την ανεχτείς πώς θα μπορέσεις;

Πάμε για τη Λάρισα,
σε καταγουστάρισα, μου 'ρθε ένας νταμπλάς
Πάμε για την Λάρισα,
να σου γίνω βάσανο και κακός μπελάς

Πάμε για την Λάρισα
μη μου τη χαλάς

Ήξερες και ήξερα, κάναμε τ' ανήξερα
κι έγινε δεσμός μες στην ταχεία
Τα τοπία τρέχανε, κι οι καημοί αντέχανε
μια στιγμή να κάνουν ησυχία

Λίγο πριν την Λάρισα σου το ξεκαθάρισα
άλλο ν' αγαπάς κι άλλο να θέλεις
Μία πράξη τέλεια θέλει νομοτέλεια
που 'λεγε και ο Αριστοτέλης

Σταμάτης Κραουνάκης / Μάνος Τσιλιμίδης
(με τη Βίκυ Μοσχολιού)

Ετικέτες

permalink σχoλια: 0 ...

Σάββατο, Ιουλίου 25, 2009

137 ~ τραίνα, i



Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,
που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.


Μαρία Πολυδούρη



ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ

Σφυρά γλιστρά γκρίζο το τραίνο
σε μια λιμνούλα ανέμου και καπνού
που ξεχειλίζει ορμητικά.
Έξω απ' την καταχνιά, σε τάφρους και χωράφια
τρέχουν φυτών συστάδες νοτισμένες
και στρέφουνε θλιμμένες μακρυά.

[....] όμως καραδοκεί και ελκύει από το βάθος
η διάφανη απόσταση.
Και μια μεγάλη αίσθηση με τον ρυθμό αυξάνει'
α των πραγμάτων η εναλλαγή που εγώ κυττώ,
Α των πραγμάτων η εναλλαγή που εγώ κυττώ,
και θα τα ήθελα!
Α της ζωής η εναλλαγή που εγώ νοιώθω,
και θα την ήθελα!
Αυτό που πλάι μου υπάρχει,
στον εαυτό του διπλωμένο δεν με θέλγει:
Φάντασμα είναι ανάμεσα
η ανεξήγητη στιγμή'
εκείνο που από μακρυά με προσκαλεί
όλο και πιο μακρυά πηγαίνει:
και τίποτα δικό μου στη διέλευση.

Clemente Rebora
*μτφ: Θανάσης Κουτλής
- Οκτώ Ιταλοί Ποιητές-



ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΩΝ 9:10

Είν' η ώρα που περνά
το τραίνο των εννιά και δέκα
Σ' ένα βαγόνι μια γυναίκα
προς το παράθυρο γυρνάει

Θαμπό το τζάμι απ' τα χνώτα
και βιαστικά το καθαρίζει
καθώς η μηχανή σφυρίζει
και χαμηλώνουνε τα φώτα

Και βλέπει μέσα στο σκοτάδι
ένα σπιτάκι φωτισμένο
και της μορφής της το μαγνάδι

Το σπίτι τρέχει ή το τραίνο;
Ή μήπως έτρεχε το βράδυ
προς το δικό της πεπρωμένο;

Mιχάλης Γκανάς


ΜΕΤΑΝΙΩΣΕΣ
...αλλά σ' έχω ξεχάσει
Και αν μετάνιωσες το τραίνο το 'χεις χάσει


Πέντε χρόνια ούτε γράμμα ούτε γραφή. Μόνον ένα σύντομο σημείωμα όταν είχε φύγει σαν τον κλέφτη. «Ως εδώ, δεν πάει άλλο, πνίγομαι σ’ αυτή την πόλη. Συγχώρεσέ με». Έτρεξε στον σταθμό να τον προλάβει. Δεν ήθελε να τον σταματήσει, ήθελε μόνο να τον δει μια ακόμα φορά, να του πει «γεια, καλή τύχη». Όταν έφτασε στον σταθμό το τραίνο είχε μόλις αναχωρήσει. Στάθηκε ασθμαίνοντας στην πλατφόρμα και έμεινε να το παρακολουθεί μέχρι που χάθηκε στη μεγάλη στροφή, αμέσως μετά το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής, την ίδια ώρα που χανόταν κι ο ήλιος πίσω απ’ το λόφο.

"Συγχώρεσέ με"…. Τι να συγχωρέσει; Είχε προετοιμάσει μυστικά τη φυγή του, δεν είχε πει τίποτα για την αίτηση μετάθεσης, ούτε για την έγκρισή της. Στην αρχή πίστευε πως τα είχε βροντήξει όλα, πως η απόφασή του ήταν βεβιασμένη. Τον καταλάβαινε. Πονούσε, πικραινόταν αλλά τον καταλάβαινε και τον δικαιολογούσε. Την αλήθεια την έμαθε αργότερα, τυχαία, από τον πρωτοδίκη που τον αντικατέστησε…

Πέντε χρόνια… και σήμερα ξανά στο ίδιο σημείο να τον περιμένει. «Φθάνω τη Δευτέρα με το πρώτο πρωινό τραίνο. Γυρίζω, θέλω να σε δω». Πρώτα ακούστηκε ο ήχος των τροχών στις ράγες και μετά φάνηκε το τραίνο στη μεγάλη στροφή. Φλας μπακ σε αντίστροφη κίνηση. Λίγο πριν πάρει την ευθεία για τον σταθμό αναρωτήθηκε γιατί τον περίμενε. Είχε κι όλας φέξει και η αμαξοστοιχία γυάλιζε στις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Πάγωσε την εικόνα, έκανε στροφή και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

Ιωάννα Μοάτσου - Στρατηγοπούλου
- Εφτά τραγούδια θα σου πω -



ΧΑΜΕΝΗ ΑΛΙΚΗ

Περνάει το τρένο και μες τη βροχούλα σφυρίζει
Στον ύπνο σου μέσα ακούς κι ανασαίνεις βαθιά
Μου λες πως ο κόσμος από μένα πιο πέρα, πιο πέρα γυρίζει
ενώ η ζωή μου ασάλευτη σβήνει αργά

Περνάει η βροχούλα, περνάει ο καιρός, η αγάπη περνάει
και μόνο το τραίνο ποτέ δε περνάει,
δεν περνάει ξανά

Τάκης Βούης / Μάρω Βαμβουνάκη
(με τον Σωκράτη Μάλαμα)

Ετικέτες , ,

permalink σχoλια: 1 ...